Πες μου ότι με σκέφτεσαι

Πες μου ότι με σκέφτεσαι κι ας είναι ψέμα. Αυτό λέω στον εαυτό μου τα βράδια που βγαίνω στο ovi_greece_0117_019aβρωμισμένο μου μπαλκόνι με τα καφετιά κάγκελα που πάνω τους έχει καθίσει η σκόνη χιλιάδων ημερών, και καθισμένος πάνω σ’ έναν κουβά κοιτάζω ανάμεσα από τις δυο μοναδικές λεύκες του δρόμου που τώρα στέκουν ολόγυμνες, το λαμπερό, κίτρινο φως στο παράθυρό σου, φως που ξεχωρίζει από τα άλλα φωτισμένα παράθυρα γύρω σου, και με την πρασινάδα που ορθώνεται ως επάνω ψηλά, κι έτσι όπως σχηματίζουν παράξενη γωνία τα σπίτια πίσω σου μοιάζει σαν ένα κυπαρίσσι να φύτρωσε πάνω στη σκεπή σου.

Με σκέφτεσαι; Ρωτάω και ξέρω πως μάλλον με σκέφτεσαι καμιά φορά κι ας επιμένεις να επιβάλλεις στον εαυτό σου το αντίθετο, όταν αυτός που αποχαιρετάς τα πρωινά και υποδέχεσαι τις νύχτες, θα μπορούσε να ήμουν εγώ όμως δεν είμαι, κι έτσι τυλίγεις τα χέρια σου σφιχτά γύρω από το λαιμό του και ανασαίνεις βαθιά την πίκρα των κωνοφόρων στη γούβα του λαιμού του μαζί με τα μπαγιάτικα τσιγάρα, και λες ότι με ξέχασες πια, μα ίσως και να ‘ναι ψέμα.

Σε συνάντησα τις προάλλες, ήσουν πολύ μακριά για να με δεις και θα μπορούσα να γυρίσω την πλάτη και να στρίψω σε άλλη γωνία και να περάσει η στιγμή και να χαθεί παντοτινά, αλλά επέλεξα να σε βασανίσω και ίσως τελικά να ήθελα να βασανιστώ εγώ ο ίδιος, έτσι πέρασα απέναντι βρίζοντας τους οδηγούς που με κορνάρισαν και βρέθηκα να σε πλησιάζω αδιάφορα με τα χέρια μου απασχολημένα στις τσέπες μου ψάχνοντας τάχα κάτι κι έβγαλα βιαστικά το πακέτο με τα τσιγάρα μου, έκανες πως δε με είδες και με προσπέρασες, αλήθεια, δε με είδες; Αλλά εγώ δεν άντεξα να δεχτώ αυτή την ήττα, όχι ακόμα μία ήττα μετά από τις τόσες, και γύρισα πίσω να σε φωνάξω, τάχα έκπληκτος που σε έβλεπα σε εκείνον το δρόμο, κι όταν γύρισα είχες γυρίσει κι εσύ, και τα μάτια μας σε ένα κλάσμα μόλις του δευτερολέπτου καρέ-καρέ έπαιξαν σαν ταινία τις στιγμές μας, είδα για μια φευγαλέα στιγμή μονάχα τη λάμψη των δακρύων που ίσως να ήθελαν να τρέξουν από τα μάτια σου, ίσως πάλι το τσούξιμο να ήταν στα δικά μου μάτια, και ήρθα κοντά διστακτικά κι εσύ έκανες ένα βήμα πίσω κοιτώντας γύρω σου κάπου για να σωθείς από την οδυνηρή μου παρουσία, και σου είπα «γεια σου, τι κάνεις;» και μου είπες «καλά» κι έσκυψες τα μάτια.

«Πες μου ότι με σκέφτεσαι», σου είπα. «Κι ας είναι ψέμα.»

Κι εσύ, μου γύρισες την πλάτη και σήκωσες το κεφάλι ψηλά, παλεύοντας να σώσεις ό,τι απέμεινε από αυτό που κάποτε αγαπούσες, γιατί αυτό που έβλεπες τώρα μπροστά σου ήταν ένα ερείπιο, ήτανε μόνο μια σκιά που θύμιζε αμυδρά ό,τι αγάπησες κάποτε, κι ήταν μικρό, πολύ μικρό, πολύ μικρό για τα δικά σου μεγάλα σχέδια κι έφυγες με βήμα σταθερό, κάθε χτύπημα των τακουνιών σου στο δρόμο κι ένα τέλος, ένα τέλος, ακόμα ένα τέλος πιο οριστικό, αλλά με σκέφτεσαι, το ξέρω, ακόμα.

Κι έτσι τα βράδια σε κοιτώ από το βρωμισμένο μου μπαλκόνι με τα καφετιά κάγκελα που πάνω τους στέκεται η σκόνη χιλιάδων ημερών, στρώματα αναμνήσεων σαν τις δικές μου, η μία πάνω από την άλλη, το παράθυρό σου πιο φωτεινό από τα άλλα γύρω σου, λες και θέλεις να φωνάξεις γι αυτή την καινούργια σου αγάπη, ή μήπως θέλεις να τη δω εγώ και να σε ξεχάσω για πάντα; Ψέματα μπορώ κι εγώ να σου πω. «Δε σε σκέφτομαι πια, δε σ’ αγαπώ.» Μα θα ‘ταν πάντα ψέμα.

Αντρέας Νικολαΐδης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s