Παναγιώτη χιονίζει, σήκω

«Παναγιώτη χιονίζει, σήκω», λέει στον άντρα της η Καλλιόπη και τον σκουντάει μαλακά. Δεν έχει ovi_greece_0117_019aξημερώσει καλά  καλά, αλλά η Καλλιόπη λες και είχε συναισθανθεί το χιόνι που άρχισε να πέφτει κι είχε ξυπνήσει πάνω στην ώρα. Τους είχαν τρελάνει και οι δημοσιογράφοι δυο μέρες, βέβαια. «Πανικός στην πρωτεύουσα!» έλεγε ο ένας. «Οι Αθηναίοι προμηθεύτηκαν τροφές μακράς διαρκείας», έλεγε ο άλλος. «Γονάτισε η Αθήνα υπό την απειλή του χιονιά», έγραφαν οι εφημερίδες. Η Καλλιόπη κοιτούσε έντρομη τις ειδήσεις. «Μην τους ακούς ρε Καλλιόπη και τρελαίνεσαι, στην Αθήνα είμαστε, όχι στη Σιβηρία. Όσο χιόνι και να ρίξει, κατά λάθος θα είναι.» Μα η Καλλιόπη ανησυχούσε. Είχε να ετοιμάσει το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, να κάνει ένα σωρό ψώνια, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι ΦΕΤΟΣ θα πήγαινε κομμωτήριο! Μόνο να αποκλειστεί στο σπίτι της έλειπε, ή να σπάσει κανένα γοφό από τη γλίστρα.

«Παναγιώτη χιονίζει σου λέω, σήκω!», λέει τώρα πιο δυνατά και το σκούντημα είναι κι αυτό πιο δυνατό. Ο Παναγιώτης τινάχτηκε μες τον ύπνο του. «Τι θες ρε Καλλιόπη; Μια χαρά κοιμάμαι και με το χιόνι, ευχαριστώ.» Κι ύστερα μουρμούρισε σιγανά: «Α, ρε μάνα με τις σούπες σου! Πού να ‘χα τώρα μια γαβάθα σαν εκείνη τη σιούτα που ‘χες κάνει κάποτε κι έβραζε όλη νύχτα στη μασίνα και ύστερα πάγωνε το λίπος ένα δάχτυλο γύρω-γύρω…»

«Τι μουρμουράς χριστιανέ μου;»

Ο Παναγιώτης γύρισε πλευρό. «Τίποτα, για τη σούπα της μάνας μου λέω. Να ‘χα μία.»

«Και η μάνα μου φτιάχνει γίδα σούπα.»

«Ναι, αλλά δε βλέπει καλά ρε μωρό μου και βρίσκω τρίχες μέσα. Αφού ξέρεις με τις τρίχες έχω θέμα, δεν μπορώ. Θα έρθεις στο κρεβάτι τώρα;»

Η Καλλιόπη σήκωσε τα χέρια απηυδισμένη και κοίταξε το ταβάνι, μπας κι εκεί έβλεπε τις απαντήσεις που δεν έβρισκε πουθενά.

«Ρε Παναγιώτη, χιονίζει έξω σου λέω! Δίπλα έχουμε παιδιά. Το ξέχασες;»

Ο Παναγιώτης εξακολουθεί να της απαντάει με κλειστά μάτια και γυρισμένος από την άλλη μεριά. Τώρα η Καλλιόπη έχει κρεμαστεί από πάνω του  και τα μαλλιά της του γαργαλάνε το μάγουλο. «Εσύ το ξέρεις πως άμα δε σου έλεγα πότε-πότε να έρθεις στο κρεβάτι, δε θα τα είχαμε αυτά τα παιδιά δίπλα;»

«Αμάν μωρέ Παναγιώτη, αμάν μωρέ Παναγιώτη, όλο το σεξ σκέφτεσαι πια, δεν μπορώ.» Σηκώθηκε από πάνω του και του ‘ριξε και μια αγκωνιά στα πλευρά.

Αφού δεν το κάνω να μην το σκέφτομαι κιόλας, το κερατάκι μου;

«Σου λέω χιονίζει, σήκω να πάρεις το αυτοκίνητο!» Τώρα η Καλλιόπη έχει γραπώσει τον ώμο του άντρα της και τον κουνάει μπρος πίσω. Ο Παναγιώτης άνοιξε ένα μάτι και την κοίταξε μ’ αυτό. «Πού να το πάω καλή μου;»

«Παρακεί.»

«Παρακεί δε χιονίζει;»

Η Καλλιόπη δεν ξέρει τι ακριβώς πρέπει να απαντήσει ή τι ακριβώς υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουν τώρα που χιονίζει, αλλά μόνο προετοιμασμένη δεν ένιωθε. Ούτε κονσέρβες είχαν αγοράσει. «Μην τυχόν και μπει κονσέρβα εδώ μέσα για τα τρία χιλιοστά χιόνι που ΊΣΩΣ ρίξει», είχε πει ο Παναγιώτης, «θα μαλώσουμε άσχημα, να το ξέρεις.»

«Να μην παγώσει.»

Ο Παναγιώτης άνοιξε και τα δυο μάτια, ανασηκώθηκε στον αγκώνα του και κοίταξε πάνω από την Καλλιόπη έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Δεν έχει ξημερώσει καν ακόμα. Γύρισε πάλι πλευρό και ξανάπεσε στο μαξιλάρι του, κάνοντας ότι δεν ακούει.

«Παναγιώτη χιονίζει σου λέω, σήκω! Έχω ένα σωρό ψώνια να κάνω.»

Τώρα πετάχτηκε όρθιος.

«Τι ψώνια ρε Καλλιοπίτσα μου; Χθες 200 ευρώ ψώνια δεν έκανες;»

«Ναι, αλλά ξέχασα κάτι λίγα ακόμα και θα είμαστε πολλοί.»

Του τράβηξε το πάπλωμα και τον πήρε με το μαλακό. Κάθισε δίπλα του κι άρχιζε να ζωγραφίζει κυκλάκια πάνω στο στέρνο του. Α, όχι κυρία μου, δε θα με ρίξεις με τα κυκλάκια.

«Άντε Παναγιώτη μου, άντε πασά μου, σήκω και θα σου ψήσω καφέ. Άντε να πάρεις το αυτοκίνητο μην παγώσει και δεν …μπορείς μετά να με πας για τα τελευταία ψώνια.» Αυτό το τελευταίο το είπε πιο σιγά.

Ο Παναγιώτης παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού του τα κυκλάκια.

«Ρε Καλλιόπη, στο θεό σου. Δε φτάνει που σου έκανα τη χάρη να μην ανοίξουμε το μαγαζί φέτος και Χριστουγεννιάτικα χάνουμε ένα σωρό μεροκάματα, δεν μπορείς να μου κάνεις κι εσύ τη χάρη να μ’ αφήσεις να ξεκουραστώ;»

Θυμωμένη η Καλλιόπη έκανε έναν τελευταίο κύκλο πιέζοντας το νύχι της πάνω στο στέρνο του. Πόνεσε, αλλά ο Παναγιώτης δεν είπε τίποτα. Σιγά μην της έκανε τη χάρη.

«Δεν τα προλαβαίνω όλα, εσύ γιατί δεν το καταλαβαίνεις; Από το σπίτι στο μαγαζί είμαι συνέχεια. Να πάω κι εκεί, να είμαι κι εδώ. Να φροντίζω και τα παιδιά. Να τρέξω και για το τραπέζι. Τόσα άτομα θα είμαστε, πόσα να κάνω πια;»

Όχι, όχι, όχι, ΌΧΙ πάλι την κασέτα!

«Και γιατί κάθε χρόνο δηλαδή πρέπει να μαζεύεται όλο το σόι (ΣΟΥ) στο σπίτι μας και να μην κάνουμε και μια φορά γιορτές μόνοι μας, με την ησυχία μας;»

Η Καλλιόπη σηκώθηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται. Φευγαλέα τα μάτια της έπεσαν στον καθρέφτη απέναντί της και βλέποντας τα χάλια της γύρισε αμέσως το βλέμμα. Μαλλιά, άχυρο. Σώμα, ζελές. Φρύδια να βγάλω, μπάνιο να κάνω, νύχια; Νύχια, άστο καλύτερα. Τόση λάντζα μετά, ούτε νύχι δε θα μείνει στο τέλος. Ο Παναγιώτης την είδε που είδε το είδωλό της στον καθρέφτη.

«Είσαι κούκλα. Σ’ αγαπώ. Ακόμα είναι νύχτα. Δεν πρόκειται να παγώσει το αμάξι, ούτε θα χιονίσει πολύ.»

«Καλά, αλλά σήκω. Έχω ένα σωρό δουλειές.»

«Μια φορά να πεις το ναι και να πάμε να κάνουμε Χριστούγεννα στο χωριό, και τι στον κόσμο», της είπε στο τέλος και σηκώθηκε αναγκαστικά. Δε θα τον άφηνε ήσυχο.

«Ε, όχι και να πάμε εκεί πάνω με τα παιδιά να μας φάνε οι αρκούδες!»

«Δεν έχει αρκούδες η Βελοτούλα», είπε ο Παναγιώτης προσβεβλημένος.

«Έχει λύκους.»

«Ούτε λύκους έχει ρε Καλλιόπη, σοβαρέψου. Πες ότι δε θέλεις να πηγαίνουμε στο χωριό μου, αυτό είναι όλο.»

Η Καλλιόπη σταύρωσε τα χέρια μπροστά της. «Ε, δε θέλω ρε Παναγιώτη, το σπίτι της μάνας σου είναι απέναντι από το νεκροταφείο κι έχει και κουκουβάγιες.»

«Μπούφοι είναι.»

«Κι είναι κι αυτός ο τύπος ο παράξενος με την καμπούρα που βοσκάει τα πρόβατα μέσα στους πεθαμένους», είπε η Καλλιόπη κι ανατρίχιασε.

«Ποιος μωρέ, ο θείος Βλάσης; Ε, τσομπάνος είναι, πρόβατα έχει, χορτάρι τρώνε. Πού να τα πάει δηλαδή, στην Αράχωβα για σκι;»

«Και πρέπει να τα ταΐζει πεθαμενατζιδόχορτα;»

Ο Παναγιώτης άρχισε να γελάει δυνατά, τόσο που παραπάτησε και παραλίγο να πέσει πίσω στο κρεβάτι.

«Πώς τα είπες;»

Η Καλλιόπη παρέμενε σοβαρή.

«Θα πας επιτέλους να κάνεις το αυτοκίνητο παρακεί; Χιονίζει σου λέω. Να, έλα να δεις, άχνισε.»

«Τι άχνισε μωρέ Καλλιόπη, τι άχνισε γαμώ την τρέλα μου. Άντε, να πάω.»

Κατερίνα Χαρίση

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s