Το ξεχασμένο γεράνι σου

Τον τελευταίο καιρό κοιμόμασταν χώρια, θυμάσαι; Δεν ξέρω ποιος το αποφάσισε πρώτος, ίσως ήσουν εσύ, ίσως ήμουν εγώ, μα έτσι θυμάμαι να τελειώσαμε. Θυμάμαι εκείνα τα βράδια τα τελευταία, που ξαπλωμένος με τα χέρια μου πίσω από το κεφάλι έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουν πως ήσουν δίπλα μου ενώ δεν ήσουν, ήσουν στο άλλο δωμάτιο κι άκουγα την ανάσα σου να κυματίζει μες τη νύχτα, κι ήθελα να σε αρπάξω από τα μαλλιά και να σε χαστουκίσω, να σου φωνάξω ότι εσύ φταις που γίναμε έτσι, να ουρλιάξω πως εσύ φταις που θέλεις να φύγεις, όμως όσο κι αν το ‘θελα να ρίξω όλο το βάρος πάνω σου, ήξερα πως δε θα ‘ταν αλήθεια, μας δεν ξέρω τι απ’ όλα να πάρω επάνω μου.

Ovi_greece_0117_064a.gif«Δε σε κατηγορώ», μου είπες στην πόρτα πριν φύγεις, η ζωή σου μαζί μου χώρεσε όλη κι όλη σε μερικές σακούλες, δε με κατηγορείς αλλά από μένα φεύγεις, η ζωή μαζί μου είπες δεν ήταν η ζωή που ονειρεύτηκες, μα δεν μπορείς να με κατηγορήσεις είπες, γιατί δεν είναι ότι ήμουν άλλος κι άλλαξα αργότερα και σε απογοήτευσα, εγώ ήμουν πάντα ο ίδιος, όμως εσύ περίμενες από μένα όλα αυτά που τελικά δεν έκανα γιατί δεν ήμουν αυτό που περίμενες να γίνω.

Κι εγώ στέκομαι στην πόρτα και σε κοιτάζω, νιώθω μαλάκας μα δεν έχω τι να σου πω, σκέφτομαι ότι έξω στο μπαλκόνι θα κάθεται πάλι η σκόνη καθώς θα περνάνε οι μέρες χωρίς εσένα, χιλιάδες μέρες κι έχεις ξεχάσει το γεράνι σου στην πήλινη γλάστρα, όμως δε θα σου το θυμίσω γιατί είναι ο μόνος μάρτυρας ότι υπήρξες στη ζωή μου, η μόνη απόδειξη πως τρία χρόνια μαζί σου δεν ήταν όνειρο, ή δεν ήταν ο ξύπνιος μου και τώρα κοιμάμαι σε έναν εφιάλτη, φεύγεις και σκούπισες το παραμικρό σου ίχνος, κάθε σου βήμα τελειωτικό μέσα στο σπίτι μας κι ένας μικρός θάνατος μέσα μου, κάθε γωνιά που αδειάζεις μοιάζει να ξεφτίζει, να μαραίνεται, μέχρι που φτάνεις στην πόρτα με τα τελευταία σου πράγματα σε πλαστικές σακούλες, κι όσο κρατούσα μια ελπίδα ότι θα αλλάξεις γνώμη, τόσο αποφασισμένη σε βλέπω να με ξεχάσεις.

Και στέκομαι εδώ, εδώ που με άφησες, ανίκανος να συνεχίσω τη ζωή μου κι έχουν περάσει εννέα μήνες, θέλω να συνεχίσω, θέλω να ξέρεις ότι σε ξεπέρασα πια όμως δεν ξέρω τον τρόπο, έχω το γεράνι σου να με κοιτάζει κατακόκκινο και να με γελά και θέλω να το σκοτώσω, θέλω να το πετάξω στον τοίχο να γίνει ο πηλός του κομμάτια, να σπάσει ο τρυφερός κορμός του και να σκορπίσουν τα κόκκινα πέταλα να μου ραντίσουν τον γκρίζο κόσμο μου σαν αίμα, θέλω να σε πληγώσω, μα δεν μπορώ να το κάνω γιατί αν το κάνω τότε δε θα έχω τίποτα δικό σου πια. Τίποτα και δεν είμαι έτοιμος ακόμα, γιατί αυτό το τίποτα μοιάζει απειλητικό, μοιάζει να με πλακώνει στο στήθος τις νύχτες και δεν μπορώ να αναπνεύσω, «τίποτα» το λένε κι είναι η ζωή χωρίς εσένα, μα είμαι σχεδόν εκεί, σχεδόν είμαι στο τίποτα γιατί υπάρχει έξω το κόκκινο γεράνι, κόκκινο σαν τα χείλη που φιλούσα, κόκκινο σαν τα χείλη που μου ψιθύριζαν λόγια τρελά, λόγια που κανείς δεν έχει τολμήσει να ξεστομίσει, λόγια με τόση δύναμη και φόρα που τελικά αυτή η αγάπη ήταν παιχνίδι με το θάνατο και τώρα εγώ πεθαίνω.

Αυτό ήταν το τίμημα της αγάπης σου.
Εσύ να φύγεις και να χαρίσεις τον κόσμο σε άλλον.
Κι εγώ να πεθαίνω μέρα με τη μέρα.
Με το κόκκινο γεράνι σου στο μπαλκόνι μου που δε λέει να μ’ αφήσει.
Και θέλω να το σκοτώσω.
Σα να σκοτώνω εσένα.

Μα δεν μπορώ.

 

Ανδρέας Νικολαΐδης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s