Οι τρεις χάριτες

15 Αυγούστου 2016.

Η ζέστη ήταν σαν χοντρή κυρία, που το λίπος της που αναβλύζει μέσα απ’ το αναγκαστικά στενό σορτς στην περιφέρεια της μέσης, δεν μπορεί να το σκεπάσει ούτε η ριχτή σαν σκηνή δύο ατόμων μπλούζα, που έχει ρίξει από πάνω. Πιο πληθωρική δηλαδή θα ήταν με το ένα πόδι στον τάφο.
Ξεχείλιζε σαν κονσέρβα σκουληκιών ψαρέματος που την ανοίγεις, βγάζεις τα σκουλήκια έξω και μετά επιχειρείς να τα ξαναβάλεις στη θέση τους.
Η κονσέρβα παραμένει …απτόητα ξέχειλη δηλαδή και με έξτρα σκουλήκια ξέμπαρκα που δεν χωράνε ξανά μέσα της. Πιρούνιαζε το μέτωπο σαν αλογοουρά που κτυπά αλύπητα τις χοντρόπετσες αλογόμυγες που ηδονίζονται εξοστρακιζόμενες και ξαναγυρίζουν στον τόπο του εγκλήματος σε χρόνο ντε τε για να μαστιγωθούν ξανά!

Ovi_greece_0117_038a.gifΗ μηχανή ανέβαινε τον χωματόδρομο βρίζοντας σαν καρακάξα που πάει να την πέσει στο καλαμπόκι και «εξοστρακίζεται» έχοντας  το φόβο του σκιάχτρου που πετάει τα φανταστικά του βέλη γύρω – γύρω στο χωράφι, σαν δον Κιχώτης που βλέπει ολοένα ανεμόμυλους.
Ντυμένος με ένα t-shirt λευκό που έγραφε κάτι ακαθόριστο κι ένα σορτς-μαγιό πράσινο φιστικί, σχεδόν φωσφόριζε, καλή παντόφλα, όχι του γύφτου και μια μπανάνα στη μέση με το κινητό και το πορτοφόλι, γυαλιά ηλίου πολύ σένια, τώρα κατηφόριζε την …ανηφόρα που είχε ανέβει λίγο πριν η μηχανή, αφήνοντας πίσω μια ψιλή σκόνη που έγνεφε στα πεύκα, πέφτοντας κάμποσα μέτρα πιο κει απ’ τη θέση που βρισκόταν, πριν οι τροχοί της μηχανής την αναγκάσουν  να ανέβει για να κάνει …παρά πέντε και να προσγειωθεί σε άλλο μέρος.

Η θάλασσα φαινόταν αριστερά, ένα απέραντο γαλάζιο και η ακτογραμμή εκτεινόταν μέχρι εκεί που έβλεπε το μάτι του. Η παραλία για τη βουτιά του όμως, ήταν κοντά. Θα έπεφτε στη θάλασσα με μεγάλη ευχαρίστηση γιατί η ζέστη είχε μπει στο δέρμα του και χρειαζόταν τουλάχιστον …εξολκέα για να βγει!
Και φυσικά δεν υπάρχει καλύτερος εξολκέας …κάψας στην αγορά από μια δροσερή θάλασσα.
Έφτασε, με τη σκόνη να προαναγγέλλει την άφιξή του στο τοπίο μερικά δευτερόλεπτα πριν σταματήσει η μηχανή.
«Κατέφθασε ο Αναξίμανδρος Αρχιτεκτονίκας (Νάξος για τους φίλους) και …αποβιβάζεται εντός ολίγου απ΄ τη μηχανή του!» φώναξε ο νεαρός και …άπειρος τελάλης της σκόνης στο «πάρκινγκ» που θα άφηνε τη μηχανή.

Κανείς δεν έδωσε και μεγάλη σημασία, μια μυρμηγκοφωλιά που βρέθηκε δεξιά απ’ την μπροστινή ρόδα της μηχανής τέθηκε σε επιφυλακή για λίγα λεπτά αλλά μετά δόθηκε σήμα ελευθέρας στους εργάτες να συνεχίσουν τη φόρτωση και την αποθήκευση της κομματιασμένης σφήκας που είχαν βρει μερικά μυρμηγκοχιλιόμετρα ανατολικά της φωλιάς.
Ο Νάξος ξεπέζεψε χωρίς να έχει αντιληφθεί τίποτα απ’ όλα αυτά βέβαια, άνοιξε το πορτμπαγκάζ κι έβαλε το κράνος παίρνοντας το μπουκάλι με το νερό, το αντηλιακό και μια πετσέτα.
Έβαλε το αντηλιακό και την πετσέτα κάτω απ’ τη μασχάλη, κράτησε το νερό στο δεξί, διόρθωσε τα γυαλιά και έφτιαξε το μαλλί που ήδη είχε συναντήσει τους αγγελιαφόρους της σκόνης λίγα δευτερόλεπτα πριν και είχε κάνει τεράστιες διαπραγματεύσεις να φορτωθεί όσο λιγότερους κόκκους σκόνης γίνεται πάνω του.

Άδικος κόπος δηλαδή γιατί εντός ολίγου, με το που το κεφάλι του Νάξου θα βούταγε στο νερό οι κόκκοι της σκόνης θα έκαναν βουτιά σ’ έναν γενναίο νέο κόσμο, υγρό και μάλλον πολύ εχθρικό για την φυσιολογία τους.
Ο νεαρός άντρας περπάτησε για λίγο στο μονοπατάκι και κατέβηκε στην παραλία που ήταν λίγο πιο χαμηλά από το σημείο που άφησε τη μηχανή.
Έριξε μια ματιά δεξιά που υπήρχε μια μικρή εκκλησία σκαρφαλωμένη στο βράχο και μετά αριστερά, η παραλία ήταν περίπου 100-120 μέτρα όλη κι όλη, αλλά πανέμορφη και αποφάσισε να πάει στον ίσκιο που έδινε ο βράχος που πάνω του ήταν η εκκλησία και τον οποίον τον «έγλυφε» σχεδόν, το κύμα.
Υπήρχε εκεί, μεταξύ του βράχου και των βότσαλων της παραλίας που ξεκινούσε αμέσως μετά,  ένα μικρό πεζουλάκι από τσιμέντο κι εκεί έβαλε την πετσέτα, το νερό και το αντηλιακό. Επίσης έβγαλε και τη μπανάνα που είχε τα υπόλοιπα πράγματά του και αμέσως – ήταν επιτακτική ανάγκη αφού τα καμπανάκια της πυρόσβεσης του οργανισμού του είχαν ήδη σημάνει συναγερμό στο πέμπτο και τελευταίο επίπεδο – μπήκε στη θάλασσα που του έκλεισε το μάτι, πονηρά και συνάμα με αθώα …χυδαιότητα!

Τα συστήματα του οργανισμού που είχαν κτυπήσει κόκκινο απ’ τη ζέστη έδωσαν τέλος συναγερμού και αμέσως μπήκαν άλλες προτεραιότητες σε …προσωπικό που ήταν τόση ώρα αραχτό και διάβαζε κουτσομπολίστικα περιοδικά στις κουκέτες ετοιμότητας του σώματος του.
Βρίζοντας και βρυχώμενο, το σύστημα αναπνοής έτρεχε τώρα με 1000 να προλάβει να ετοιμάσει εγκαίρως τους πνεύμονες να αντεπεξέλθουν με επιτυχία στη «βρεγμένη» αναπνοή που έμπαινε απ’ το στόμα και κλώτσαγε με δύναμη τα τοιχώματα των  αναπνευστικών οδών. Σε ελάχιστο χρόνο τα πάντα ήταν έτοιμα και ο Νάξος κολυμπούσε με αρκούντως καλή ταχύτητα μέσα στο δροσερό νερό που υποχωρούσε ευγενικά σε κάθε του απλωτή.

-Τι θα γίνει ρε γαμώτο, σκεφτόταν τώρα κολυμπώντας ο νέος άνδρας.
-Πολύ θολούρα έχει πέσει στο τοπίο. Δεν κινείται τίποτα.
Με τη Ρέα είχε τελειώσει οριστικά δυο μήνες περίπου. Και κάτι μέρες και κάτι ώρες, αλλά δεν παραδεχόταν ούτε στον εαυτό του πως τα μέτραγε τόσο λεπτομερώς!
Μετά από τρία χρόνια καλής σχέσης…
Ακολούθησαν κάτι περιστασιακά φλερτ, ένα μεθυσμένο one night stand μετά από μπαρότσαρκα με τον κολλητό του τον Βασίλη και πέραν τούτου ουδέν.
Η Μαίρη που του άρεσε στη δουλειά ήταν «σε σχέση», το είχε γραμμένο και φαρδιά πλατιά στο προφίλ της, στο facebook.

Το σώμα του συνέχιζε να διασχίζει τη θάλασσα ενώ η σκέψεις είχαν μείνει λίγο πίσω και για μια στιγμή παρά τρίχα να δώσουν σήμα κινδύνου καθώς κάποιες απ’ αυτές δεν ήξεραν και καλό κολύμπι και κινδύνεψαν να πνιγούν. Και θα είχε γίνει αυτό αν οι υπόλοιπες που ήταν και πιο θετικές δεν έβαζαν ένα χεράκι να βγάλουν τις «άκαπνες» …συναδέλφισσες στην επιφάνεια!
Έκανε καμιά πεντακοσαριά ίσως και περισσότερα μέτρα προς το πέλαγος και επειδή η φυσιολογία του τοπίου ήταν έτσι, όταν έκανε στροφή για να γυρίσει πίσω η παραλία δεν φαινόταν απ’ το σημείο που είχε φτάσει.

Κολυμπούσε ελεύθερο με το κεφάλι μέσα, κολυμπούσε καλά, από μικρό παιδί, μάλιστα κάποια στιγμή 13άρης είχε γραφτεί και σε σύλλογο αλλά δεν προχώρησε παρόλο που οι προπονητές του έλεγαν πως έχει ταλέντο.
-Δεν μπορεί να γίνει κάτι που να αντιστρέψει το κλίμα; Τέτοια λειψυδρία;
Τι λειψυδρία, που κάτι τόνοι (μόνο τόνοι; Μεγάτονοι!) νερού τον περιέβαλαν αυτή τη στιγμή και είχαν την καλοσύνη (φυσική καλοσύνη) να μην τον συνθλίβουν κάθε χιλιοστό του δευτερολέπτου που περνούσε!
-Τέτοια λειψυδρία; Επέμενε χωρίς να αντιλαμβάνεται την ευσπλαχνία του νερού γύρω του.
Τώρα είχε γυρίσει το στιλ που κολυμπούσε σε πρόσθιο και έτσι έβλεπε καλύτερα ίσια μπροστά.
Με το που πέρασε τον κάβο που την έκρυβε, φάνηκε η παραλία, θα απείχε περί τα 300-350 μέτρα. Τα μάτια του έπεσαν στη μεριά που είχε τα πράγματά του, πάντα όταν απομακρυνόταν τόσο πολύ είχε το ρίσκο μήπως γυρίσει και δε βρει τίποτα απ’ τα πράγματα του, τα κλειδιά της μηχανής τα είχε βέβαια μαζί του στο αδιάβροχο τσεπάκι που φορούσε μέσα απ’ το μαγιό.
Αν μπορούσε να διακρίνει καλά, σχεδόν πάνω στα πράγματά του ήταν καθισμένοι κάποιοι άλλοι. Δύο, τρεις; Δεν φαινόταν καλά, αλλά μάλλον ήταν και θηλυκού γένους στην παρέα των εισβολέων.
Συνέχισε να κολυμπάει ήρεμα, δεν θα τσαντιζόταν, είχε κάνει αρκετές προσπάθειες με τον εαυτό του, νεώτερος ήταν πολύ οξύθυμος, πράγμα που του είχε στοιχίσει ακόμα και κράτηση για αυτόφωρο αδίκημα!

Πλησίαζε την ακτή με την ταχύτητα που μπορεί να έχει ένας κολυμβητής και σιγά-σιγά οι σιλουέτες αποδείχθηκαν όντως θηλυκού  γένους. Είχαν καθίσει δεξιά, όπως έβλεπε την παραλία, δίπλα απ’ την πετσέτα του γιατί είχε σκιά.
Μετά από 2-3 λεπτά έφτασε στην ακτή και βγήκε έξω κατευθυνόμενος προς τα πράγματά του.
Τα κορίτσια ήταν από 18-25 χρονών, σ’ αυτές τις ηλικίες είναι μάλλον αδύνατον να ξεχωρίσεις τη διαφορά 4-5 χρόνων.
Κάθισε στην πετσέτα και έβαλε λίγο ζεστό πια νερό το μπουκάλι στο στόμα του βασικά για να το ξεπλύνει απ’ τη γεύση του αλατιού της ημίωρης παραμονής του στη θάλασσα.
Τα κορίτσια μιλούσαν χαμηλόφωνα και που και που έσκαγαν και κανένα …δεκαοκτάχρονο γελάκι, γελάκι της νιότης, χαριτωμένο, πνιχτό και τελικά  τόσο σέξι.
Δεν άκουγε τι έλεγαν παρότι ήταν πραγματικά κοντά.
Η μια έδειχνε τώρα κάτι στο κινητό της και οι άλλες δυο έσκασαν στα γέλια.
-Ο Τάσος τι είπε; Άκουσε να λέει αυτή που καθόταν σχεδόν στα πόδια του.

-Τι να πει μωρέ ο βλάκας! Απάντησε η ξανθιά που καθόταν απέναντί της, αυτή που είχε το κινητό και έδειχνε στις άλλες δυο προφανώς τον Τάσο ή κάτι που αφορούσε τον Τάσο.
Δεν κοίταζε προς το μέρος τους καθόλου, σηκώθηκε και πήγε πιο κοντά στην άκρη της παραλίας και κάθισε σχεδόν πάνω στο νερό που του έγλυφε τα πόδια και ενίοτε τον πισινό!
Έπιασε ένα πλατύ βότσαλο από δίπλα του και το πέταξε ξυστά στο νερό για να πλανάρει κάνοντας αναπηδήσεις πριν βυθιστεί στο βυθό. Οι κοπέλες συνέχιζαν να τιτιβίζουν χωρίς να του δίνουν σημασία.
Αποφάσισε πως δεν είχε και πολύ νόημα να τους μιλήσει, είχαν και μια διαφορά ηλικίας, ήταν και τρεις που πολλές φορές κάνει πιο δύσκολη την προσέγγιση τέτοιου τύπου, το άφησε λοιπόν και σηκώθηκε να μαζέψει την πετσέτα και τα υπόλοιπα πράγματά του για να φύγει, είχε δροσιστεί αρκετά, άρα η αποστολή του ήταν απολύτως επιτυχημένη. Μάζεψε τα πράγματά του και…

Cut!

Εδώ ο σκηνοθέτης της ζωής φωνάζει cut και τα πάντα παγώνουν εκεί που βρίσκονται.
Το χρονόμετρο σταματάει και η αφήγηση ποιητική αδεία γυρίζει στις 15 Αυγούστου του 1966, ακριβώς 50 χρόνια πριν, την ίδια ώρα, ο ίδιος βράχος με το ίδιο εκκλησάκι πάνω του και φυσικά το ίδιο τοπίο.
Οι ίδιοι γλάροι, τα ίδια βότσαλα, η ίδια θερμοκρασία…
Και στο σημείο που ο Νάξος είχε αφήσει την πετσέτα του, ένα μικρό κιλίμι, ένα παγούρι κι ένα ταγάρι.

Ακριβώς δίπλα τρεις δεσποινίδες από 18 έως 25 ετών καθισμένες στις πετσέτες τους, μεγάλη καινοτομία για την εποχή, μ’ ένα τρανζιστοράκι να παίζει ξένη μουσική, να μιλούν με την ίδια τσαχπινιά, το ίδιο μπρίο, την ίδια σέξι χροιά με αυτήν των κοριτσιών 50 χρόνια μετά!
Κάποια πράγματα παραμένουν ακριβώς ίδια ή τέλος πάντων μοιάζουν πάρα πολύ ανά τον χρόνο.
Οι κοπέλες ξένες, αγγλίδες, μοντέρνες με γυαλιά της τελευταίας μόδας, με μαγιό που έσκιζαν, και αξεσουάρ ζηλευτά έδιναν στο τοπίο μιαν όψη από φυλλάδιο ταξιδιωτικού γραφείου, μιαν όψη διαφημιστικού σποτ φτιαγμένο απ’ τον ΕΟΤ για προκαλέσει τουριστικά κύματα στη χώρα.
Ο Μιχάλης κολυμπούσε προς την παραλία όταν η Μπέτυ εξέφραζε στην Τέρι την κοκκινομάλλα κολλητή της, την περιέργειά της, για το ποιανού είναι αυτά τα πράγματα πάνω στα οποία, σχεδόν πάνω τέλος πάντων, είχαν καθίσει για να προστατέψουν το γαλακτερό δέρμα τους, επειδή η σκιά που έριχνε ο βράχος ήταν η μόνη σκιά της παραλίας.

Η Μίλη είδε πρώτη τον κολυμβητή να πλησιάζει στην ακτή και το ανακοίνωσε χαμηλόφωνα και με πνιχτά γελάκια, στις άλλες δυο.
Όταν ο Μιχάλης βγήκε απ’ τη θάλασσα το τοπίο ρίγησε και η διαφήμιση του ΕΟΤ ολοκληρώθηκε. Ο βοσκός είχε ένα σώμα βγαλμένο από τους ημίθεους της ελληνικής μυθολογίας και παρόλο που φορούσε μια βράκα αντί για μαγιό δεν ήταν καθόλου αντιαισθητικός (θα έπρεπε να πω πως ήταν σκέτη καύλα αλλά η ώρα δεν είναι κατάλληλη και μπορεί να φάω καμιά μήνυση απ’ το …ΕΣΡ) απεναντίας ήταν υπερβολικά σέξι!
Υπήρξε ένα σούσουρο που κανείς δεν κατάλαβε αν προκλήθηκε απ’ τα βότσαλα της παραλίας ή απ’ τις αγγλίδες που κοίταζαν τον έλληνα με μεγάλο θαυμασμό!

Ο Μιχάλης έφτασε στο κιλίμι, πού έβαζε και πάνω στον κορμό του αλόγου με το οποίο είχε έρθει και έβοσκε πιο κει, μάζεψε και το παγούρι και δεν κοίταξε καθόλου τις κοπέλες. Κοιτούσε ψηλά και ίσια μπροστά! Δεν ξέρω αν ήταν η ντροπή ή η αυτογνωσία της ωραίας του κορμοστασιάς που τον έκανε να φαίνεται και αλαζών. Έτσι, ο Μιχάλης, επειδή κοίταζε στο …άπειρο κι επειδή μπροστά στα κορίτσια υπήρχε ένα εξόγκωμα, ένα μικρό βραχάκι κολλημένο καλά στο έδαφος, σκουντούφλησε  πάνω του (αλαζών και σκουντουφλών!) και βρέθηκε αγκαλιά με τη Μίλη.
Για τα επόμενα 50 χρόνια!
Ο Σκηνοθέτης ξαναφωνάζει cut τώρα.
Επαναφορά στο τώρα.
Ο Νάξος μη θέλοντας να κοιτάξει τα κορίτσια καθόλου, κοιτάζει πέρα στη θάλασσα…
Η συνέχεια γνωστή, όπως και το εξόγκωμα του βράχου που κάνει την ίδια δουλειά τουλάχιστον τα τελευταία 50 χρόνια.
Η Ζωή κάνει συνεχώς κύκλους, γύρω απ’ τον εαυτό της, από τους ανθρώπους, από τα τοπία, από τις χώρες από την ίδια τη γη που αυτοκυκλώνεται και κάνει κύκλους γύρω απ’ τον ήλιο…

Η ξανθιά Κλέλια παντρεύεται τον Νάξο σε 10 μέρες.
Ο Τάσος, του κινητού της Κλέλιας ντε, έχασε το παιχνίδι από ένα μικρό βραχάκι που εξείχε στην παραλία.
Τι ειρωνεία, νόμιζα πως οι βράχοι είναι ψυχροί και άψυχοι.
Και βλέπω τον συγκεκριμένο βράχο να γελάει με την ψυχή του και να σκέφτεται σοβαρά να ανοίξει γραφείο συνοικεσίων, με το βότσαλο που είναι μπροστά του να του λέει πως είναι τουλάχιστον 50 χρόνια πίσω και ότι το λιγότερο που μπορεί να κάνει είναι να φτιάξει μια σελίδα γνωριμιών στο …internet!

Το τοπίο ρουφάει το φως και ομορφαίνει, οι ρυτίδες του καλύπτονται και φαίνεται πάντα νέο. Και καθώς έρχεται η νύχτα οι ρωγμές του χρόνου ενώνονται και η ομίχλη του σκοταδιού τα κρύβει όλα για να ετοιμαστούν για τη νέα παράσταση.
Στις 15 Αυγούστου του 2066, πενήντα χρόνια αργότερα!
Σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Υ.Γ (μάλλον περιττή). Και οι δυο γάμοι έγιναν στο εκκλησάκι της ιστορίας.

 Γιώργος Καλατζής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s