Ιστορίες Παράνοιας #2: Όταν ο καιρός παίζει με την τσέπη σου

Είναι καλό να περνάς εννιά μήνες το χρόνο με ήλιο. Πολύ καλό. Πρώτον ο ήλιος σου φτιάχνει το κέφι, θες δε θες. Βγαίνεις έξω, κάνεις μια βόλτα, περπατάς. Και τις μαύρες σου να έχεις, ο ήλιος θα στις ασπρίσει κι ούτε που θα το καταλάβεις. Καμιά φορά έχω νεύρα που θέλω να κρατήσω, γιατί μόνο όταν τα κρατάω μπορώ να σκεφτώ το πρόβλημα και να το λύσω, και όλο μου φεύγουν. Βρε ελάτε εδώ, τίποτα αυτά. Τζίτζικας κι εγώ. Τραγούδι και στον κόκορα όλα. Κι όταν συννεφιάσει μου ‘ρχονται όλα μαζί και δε μιλιέμαι, κι ύστερα ξαναβγαίνει ο ήλιος και αρχίζω το χορό.

Ovi_greece_0117_025a.gifΈχω παρατηρήσει κάτι όμως, ανησυχητικό: Όταν ο καιρός χαλάει, θέλω να βγω για ψώνια. Όχι ότι έχω λεφτά βέβαια. Όμως η διάθεση είναι εκεί, σα φαγούρα που προσπαθείς να αγνοήσεις ενώ το μόνο που θέλεις είναι να χώσεις τα νύχια σου βαθιά και να σκάβεις, μέχρι να το οργώσεις. Όσο περισσότερο με κλείνει μέσα ο καιρός, τόσο περισσότερο με πιάνει η ανάγκη για Shopping Therapy- που πλέον μεταφράζεται σε: Fate Matia Psaria, γιατί δεν υπάρχει φράγκο, και το πολύ πολύ να καταλήξω με κανένα παντελώς άχρηστο σκατολοϊδι του ευρώ, έτσι για να μου φύγει ο σεβντάς.

Το ότι ο καιρός θα επηρέαζε τη διάθεσή μου για ψώνια, δε θα το φανταζόμουνα ποτέ. Και πολύ λογικά μπορεί να ρωτήσει κάποιος, «καλά και τώρα το ανακάλυψες;» Ε, ναι, τώρα. Γιατί παλιότερα είχα λεφτά και όταν ήθελα να ψωνίσω απλά έβγαινα να ψωνίσω, ανεξαρτήτου εποχής. Τώρα που δεν έχω, έφερα και τη ζωή στα μέτρα μου: Απέκτησα μηχανή εσπρέσο, έστρωσα στην αυλή μου κουρελού, έβγαλα και μια ψησταριά, πήρα και κανά δυο τσουβάλια κάρβουνο, έβαλα και μαξιλάρες, κι έφτιαξα μια γωνιά που άμα μισοκλείσεις τα μάτια και αφήσεις και λίγο τη φαντασία ελεύθερη, την περνάς και για το Cavo Paradiso (λέμε τώρα) με εξτρά την ψησταριά. Βάλε η τεχνητή γωνιά, βάλε και ο ήλιος, τι θέλω πια από τη ζωή; Τίποτα.

Κι έρχεται ο χειμώνας και η κουρελού κατσάρωσε από την υγραασία, μαζεύτηκαν και τα μαξιλάρια, κι η ψησταριά σκεπάστηκε με μαύρη σακούλα μέχρι του χρόνου. Τώρα, αυτό το «του χρόνου» όταν μιλάμε για χειμώνα στην Αθήνα είναι κανένα μήνα, αλλά σώνεται ο μήνας κλεισμένος μέσα, να τρως τα νύχια σου από βαρεμάρα και να κρέμεσαι από τον καναπέ-κεφάλι κάτω, πόδια στον τοίχο και να αναστενάζεις του θανατά από θανατερή βαρεμάρα-κι έξω ο αέρας να λυσσομανάει και να κόβεις τις φλέβες σου αργά και βασανιστικά με το τσιμπιδάκι για τα φρύδια; Τότε θυμάμαι το πόσα θέλω να αγοράσω και δεν μπορώ, πόσα πρέπει να αγοράσω και δεν μπορώ, πόσα προβλήματα έχω και δεν μπορώ να λύσω και δεν μπορώ να χώσω και στα τάρταρα του μυαλού μου, γιατί δεν υπάρχει ο ήλιος, αυτός ο πλανευτής που μας μετατρέπει όλους σε τζιτζίκια. Και βγαίνω. Και γυρίζω με μια σακούλα σκατολοϊδια του ευρώ, άχρηστα εντελώς μα λειτουργούν ως Placebo: δέκα σκατολοίδια του ευρώ, δέκα γύρες σε δέκα μαγαζιά, δέκα μόλις ευρώ. Του χρόνου πάλι.

Κατερίνα Χαρίση

*************************************

Ιστορίες Παράνοιας #1#2#3#4#5#6

 

Advertisements

13 σκέψεις σχετικά με το “Ιστορίες Παράνοιας #2: Όταν ο καιρός παίζει με την τσέπη σου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s