Η Κασσιόπη πάνω σου

Ovi_greece_0117_030a.gifΣε είδα να περπατάς Κυριακή μεσημέρι στο κέντρο της πόλης μέσα στην υγρασία, κι είχες το κεφάλι σου γερμένο στον ώμο του, το χέρι σου περασμένο στο μπράτσο το δικό του, κι ήταν αστείο γιατί υπνωτισμένος από τον ήχο των βημάτων σου στο δρόμο, ήξερα πως τον οδηγούσες μέσα από στενά που κάποτε γνώρισες μαζί μου, κι ένιωθα πως δεν ήθελες να το κάνεις αυτό κι όμως το έκανες, ήταν αυτή η συνήθεια που σε παρέσυρε μηχανικά χωρίς να το καταλαβαίνεις, κι ήξερα πως το μυαλό σου ήταν αλλού, ίσως σε μένα, κι άλλαζες το βήμα σου για να τον πάρεις από κει.

Ναι, πάλι σε ακολούθησα, εγώ, ο σιωπηλός παρατηρητής σου, εσένα που εννέα μήνες πριν με πέταξες βίαια από τη ζωή σου όσο είχες εισβάλει εσύ στη δική μου, τρία χρόνια πριν, σαρωτικός τυφώνας από τύψεις, και βλέπω κι απόψε το φωτεινό κίτρινο στο παράθυρό σου ανάμεσα απ’ τις γκρίζες λεύκες, με την πρασινάδα που ορθώνεται πάνω απ’ τη σκεπή σου σαν κυπαρίσσι, κι έχει μια ξαστεριά που η Κασσιόπη τ’ ουρανού μοιάζει με βέλος να δείχνει ίσια καταπάνω σου.

Ένα.

Δύο.

Τρία.

Φωτεινές κουκκίδες στο μαύρο τρεμοπαίζει ο αστερισμός σου, κι είναι κι αυτός δικός σου, ο ουρανός ολόκληρος πυξίδα που δείχνει το σπίτι σου, εσένα, κι είναι θαρρώ πρώτη φορά που τον βλέπω, κι αρνούμαι να βγάλω καρέκλα έξω στο βρώμικο μπαλκόνι μου για να καθίσω, γιατί αν το κάνω θα είναι σα να παραδέχομαι πως είμαι άρρωστος μαζί σου, και παρόλο που το ξέρω, δεν είμαι έτοιμος να το πω ανοιχτά στον εαυτό μου. «Πού είσαι;» σπάω της νύχτας το σιωπηλό γυαλί με μια βραχνάδα στη φωνή μου που ξαφνιάζει και μένα τον ίδιο, «πού ήσουν;» ρώτησα εκείνο το πρώτο βράδυ μαζί σου, όταν κοιμόσουν νωχελική και ιδρωμένη πάνω μου, με τα μαλλιά σου δαχτυλίδια χάλκινα να κυλάνε στα πλευρά μου, κι έβλεπα μες στην κάφτρα μου τις τύψεις της άδειας μου καρδιάς πριν έρθεις εσύ και με σαρώσεις, τις τύψεις για τα χρόνια που σπατάλησα χωρίς να σε γνωρίζω, χωρίς να ξέρω τι θα πει αγάπη, κι όπως κοιτώ τον ουρανό σου κι ύστερα από πάνω μου τον δικό μου ξέρω ότι έφυγες και πήρες ακόμα κι ένα κομμάτι από ουρανό, γιατί μόλις σ’ έχασα χάθηκαν και τα χρώματα από τα μάτια μου.

Εκείνο το βράδυ που ο κόμπος μ’ έπνιγε, μ’ έβλεπα στη θολούρα του καπνού σα ναρκωμένος να κυλάω στις φλέβες του κορμιού σου, ζωντανό κύτταρο μέσα στο αίμα σου, κρουαζιερόπλοιο από χαρτί στο φιδογυριστό ποτάμι των φλεβών σου, να κάνω κύκλους μέσα στο είναι σου, περνώντας από την καρδιά σου κι ο βόμβος των χτύπων μικρές εκρήξεις στα μηνίγγια μου,

Μία.

Δύο.

Τρεις.

Είσαι. Ήσουν. Καράβι φτιαγμένο από ζωή σε μια θάλασσα που κυλάει ενάντια στο χρόνο. Κι εγώ, το τίποτα, το τίποτα από πριν και πάντα και μετά από σένα, και πες μου τώρα που τα πήρες όλα κι εγώ έμεινα με μια θάλασσα γεμάτη από αγάπη, πού να τη χωρέσω, που δεν ξέρω τι να την κάνω.

Τίποτα.

 

Ανδρέας Νικολαΐδης

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s