Εννιά χρόνια ζωής

Ο χρόνος είναι χρήμα, λένε. Κι αν είναι έτσι, πλούσιος δεν μπορεί παρά είναι αυτός που έχει χρόνο. Έχεις; Χρόνο λέω. Γιατί εγώ δεν έχω πια. Δε θυμάμαι πού και πότε τον έχασα, μα κάπου εκεί στο τότε και πώς, μου ξέφυγε.

Κουβαλούσα κιβώτια για δεκαπέντε χρόνια, κάτι ξυλοκούτια γεμάτα αγκίδες. Είχανε μπουκάλια μέσα, για εξαγωγές. Να φύγουν για έξω. Εδώ δεν τα πίναμε; Μέντα, λέει. Λικέρ Μέντας. Μέντα εγώ θυμάμαι τον πατέρα μου να πίνει όρθιος στον πάγκο του Αλέκου, πριν βγει για κυνήγι. Εκείνος και άλλοι, εκεί στο βουνό. Είχε έναν παλιό φούρνο στην πλατεία, που πλατεία δεν την έλεγες κι ακριβώς, αλλά είχε ένα πλατάνι στη μέση θεριό και γύρω-γύρω πλάκα, στραβοβαλμένη. Ανάθεμα κι αν ήταν μάστορας τότε ο Ζαχαρός. Αλλά εκείνος το ‘χε βάλει σκοπό ν’ αποδημήσει πριν την ώρα του από το πιώμα, κι όπου μπορούσανε του δίνανε να φτιάνει και καμιά δουλειά, γιατί πώς θα τα ζούσε τα παιδιά η Ηλέκτρα; Ηλέκτρα, ναι! Α, δε στην έχω πει αυτή την ιστορία.

Ήτανε λέει στο χωριό του πατέρα μου ένας Αθηναίος- μου φεύγει τώρα τ’ όνομά του-είχε από κάπου μια μισή κληρονομιά. Τώρα πώς γίνονταν οι μισές κληρονομιές δεν ξέρω, αλλά να που γίνονταν εκεί. Τότε βλέπεις δεν υπήρχαν χαρτιά, συμβόλαια και τζίφρες, ξέρεις. Τότε οι δουλειές γίνονταν με το στόμα. Έδινε ο πατέρας στο γιο ή στην κόρη το κτήμα, το καλύβι, πηγαίνανε παρέα, κοιτούσανε τα σύνορα όπως πήγαιναν τα δέντρα, και τα μιλάγανε. Κι έτσι περνούσαν οι περιουσίες από τον έναν στον άλλο. Τέλος πάντων που λες, αυτός ο Αθηναίος-μα να μη θυμάμαι το όνομα τώρα; Είχε μια μισή κληρονομιά, πάνω στο τέρμα του χωριού, ένα κτήμα μεσιακό με μηλιές από τη μια μεριά, και καρυδιές από την άλλη. Είχε και λεφτά. Είχε κάνει λεφτά ο άνθρωπος, δεν ξέρω από πού.

Ovi_greece_0117_021a.gifΠου λες εκεί στα χωριά εκεί πάνω τα ξεχασμένα τότε, ένα πρόβλημα είχαν οι φαμιλιές. Απ’ όλα μπορεί να είχαν, και καλό κρασί και κανένα ζωντανό, και το ζαρζαβατικό φυτεμένο στα αυλάκια ή σε κομμένους ντενεκέδες από τυρί. «Φλέγγα», έλεγε ο ντενεκές, πίσω από την κόκκινη λαδομπογιά. Τέλος πάντων. Απ’ όλα είχανε εκεί πάνω, αλλά να, χρήμα δε γυρνούσε. Κι εκεί, ξέρεις, χωριά, χωράφια, αμπέλια, κοπάδια και καστανιές, η γη θέλει χέρια και δε φτάναν για εργατικά. Οπότε κάμανε παιδιά, κατάλαβες; Αλλά και τα παιδιά κάποια στιγμή έπρεπε να παν στην εκκλησία κι εκεί ήταν το πρόβλημα, που δεν είχε ο κόσμος λεφτά για τα βαφτίσια. Έφτανε λοιπόν χρόνος και περνούσε, και το ‘χαν καημό στα σπίτια μη συμβεί το κακό- θέριζε και τότες η διφθερίτιδα- και πάει αβάφτιστο το μωρό, αμαρτία μεγάλη.

Αυτός ο Αθηναίος λοιπόν, κατέβαινε κάθε τόσο στα σπίτια από κει πάνω που ζούσε στο χωράφι του και αναλάμβανε να βαφτίσει παιδιά. Είχε φτιάξει μια καλύβα εκεί πάνω, ναι. Τώρα αν ζούσε συνέχεια εκεί ή πήγαινε μια στο τόσο και γυρνούσε στην Αθήνα, πάλι δεν ξέρω. Δεν τα θυμάμαι αυτά. Εγώ δεν τα πρόλαβα, τα έμαθα από ιστορίες. Τέλος πάντων. Αυτός θα έκανε όλα τα έξοδα έλεγε, και τη λαμπάδα, και τα ρουχαλάκια, και το λαδικό και το δίσκο, άντε και θα ‘βγαζε και καμιά δέκα, είκοσι μαρτυρικά για το καλό. Με μια προϋπόθεση όμως. Το όνομα του παιδιού θα το διάλεγε εκείνος. Χα! Και πού ξέραν’ οι άνθρωποι τι όνομα θα πει αυτός; Κι άμα αυτουνού του καθότανε να πει Μαρία αντί για Ελένη, Κοσμά αντί για Γιώργο, θα φαγώνονταν τα σόγια και τα πεθερικά, κι άντε να βγάλεις άκρη. Εκεί να δεις γλέντια!

Όμως αυτός, έτσι τους είπε. Θα το αναλάβω εγώ το έξοδο όλο, έλεγε. Αλλά εγώ θα διαλέξω και τ’ όνομα. Μια και δυο είπαν όχι οι άνθρωποι, το σωστό είναι το πρώτο του γαμπρού, εκτός αν η κόρη ήταν μοναχοπαίδι κι ο γαμπρός είχε κι άλλα αδέρφια να ακούσει ο πατέρας τ’ όνομα απ’ αλλού, θα παρεξηγηθεί ο συμπέθερος, θα φαγωθούν οι πεθερές, πες-πες, δεν άκουγε τίποτα ο Πολυχρόνης, να, το θυμήθηκα τ’ όνομά του. Τι να κάνουν κι αυτοί οι κακομοίρηδες, ήταν κι αμαρτία να τους πάει αβάφτιστο το μωρό, κούφια η ώρα. Σαν περνούσε ο καιρός και το μωρό χρόνιζε και λεφτά δεν είχαν, το ‘παιρναν απόφαση.

Να μη στα πολυλογώ, ο Πολυχρόνης δεν είχε βαλθεί να κάνει τα σόγια να φαγώνονται. Μια αδυναμία είχε ο άνθρωπος, με τα ονόματα τα δικά μας, τα παλιά. Και μιας και μέχρι που πέθανε γέρος πολύ βάφτιζε αβέρτα μωρά σε κείνο το χωριό, όλα τα παιδιά λέγονταν Διομήδης, Αλκμήνη, Λευκοθέα, Αριστομένης, Διανέλλος, Κλεοπάτρα, Κλεισθένης, Πραξιθέα κι Ερμιόνη, Έλλη, Ιφιγένεια, Λυδία και Ηλέκτρα. Ναι, και η Ηλέκτρα του Ζαχαρού, που έβαλε τις πλάκες στραβά και το πλατάνι τις πέταξε όταν μάκραιναν οι ρίζες του. Κλακ-κλακ-κλακ-κλακ-κλακ! Έκαναν οι πλάκες γύρω-γύρω απ’ το πλατάνι, λες και ξεκούμπωσαν. Τέλος πάντων. Ούτε ένα παιδί δεν είχε ίδιο όνομα με τ’ άλλο, λέγανε. Και λέγανε ότι βάφτισε πάνω από εκατό παιδιά. Ήταν κι ο παπάς βέβαια. Άμα ήταν κάνας τραγόπαπας σαν από το διπλανό χωριό, δε θα βάφτιζε ποτέ τέτοια ονόματα. Τέλος πάντων. Γι άλλο ξεκίνησα να πω, κι άλλο λέω.

Δεκαπέντε χρόνια στα κιβώτια με τις μέντες, γέμισε η πλάτη μου χαρακιές από τις σκλήθρες. Ακόμα τις έχω. Πέρασα άλλα πέντε πρωτύτερα στα λούστρα. Κι άλλα είκοσι μετά στα φορτηγά. Και οικοδομή. Τέλος πάντων. Πέρασα δουλειές, δεν είχα βγάλει και πανεπιστήμιο, να μπω σ’ ένα γραφείο και να ‘ναι τα χέρια μου μαλακά σαν το βαμβάκι. Ζούσα, δε λέω, γυρνούσε το μεροκάματο. Έφτιαξα κι ένα σπιτάκι. Παντρεύτηκα κι έκανα παιδιά. Μεγάλα τώρα. Άλλο θέλω να πω. Τώρα είμαι με τη σύνταξη. Ξέρεις πόσο το περίμενα; Άντε να έρθει έλεγα- εκεί κοντά στα τελευταία άρχισα να το σκέφτομαι πιο πολύ- να έρθει η ώρα που θα κάθομαι. Να κάνω κι εγώ κάτι και για μένα ρε αδερφέ! Ήθελα να πάρω την κυρά και να πάμε ένα μήνα στα Ζαγοροχώρια. Το ‘χει καημό που δεν την πήγα ένα ταξίδι ποτές. Μα πότε; Άδεια δε θυμάμαι να έχω πάρει τόσα χρόνια. Να τώρα που έχω χρόνο. Έχω όμως; Δεν έχω. Εκεί θέλω να καταλήξω.

Ξέμεινα στην πόλη κι εγώ μαζί με τους άλλους. Περνάω τα καλοκαίρια στο μακρόστενο μπαλκόνι, έχω και μια καρδερίνα και τραγουδά. Έχω και τρία γεράνια. Κι ένα καφενείο στη γωνία και πάω καμιά φορά. Μέχρι εκεί αντέχω. Χρόνο, σου λέει μετά. Πού να τον βρω; Τώρα στα γεράματα; Από μια πλευρά αν το δεις, χρόνο έχω. Κουράγια δεν έχω. Νιάτα. Μπορώ τώρα εγώ να ξεκινήσω από δω κάτω να ανέβω στα Ζαγοροχώρια; Να μείνω σε ξένο σπίτι και να τριγυρνάω στα καλντερίμια; Δε με βαστάνε τα πόδια μου. Ή να επιστρέψω στο χωριό του πατέρα μου; Θέλει χέρια το χωριό. Θέλει δουλειά. Χρόνο σου λένε και βλακείες. Να απολαύσεις τον κόπο σου. Έτσι όπως δούλεψα όλα μου τα χρόνια, μέτρησα ότι έχω μόνο εννιά. Εννιά χρόνια για να χαρώ τη ζωή, τώρα που είμαι γέρος. Τι να τα κάνω; Οι φίλοι μου γερόντια σαν κι εμένα. Περίμενα να ζήσω όσα έβλεπα από μακριά, και τώρα δεν τα θέλω. Δεν μπορώ, δεν έχω δυνάμεις. Τώρα τα μετράω να περάσουν να ησυχάσω μια και καλή. Γι αυτό σου λέω. Έχεις χρόνο; Εγώ δεν είχα ποτέ.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s