Η Βασίλισσα του Χιονιού (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)

Ο μεγάλος Δανός παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, με την ανεξάντλητη φαντασία ενός αιώνιου παιδιού,  έπλασε ένα από τα πιο όμορφα παραμύθια, όπου αφηγείται τη συγκινητική περιπέτεια δύο αγαπημένων φίλων, της Γκέρντα και του Κέυ, που έζησαν σε ένα κόσμο φανταστικό, παγωμένο κι απόμακρο, εκεί όπου κυριαρχούσε η γοητευτική Βασίλισσα του Χιονιού.

Η υπόθεση του παραμυθιού έχει ως εξής. Ένας κακός καλικάντζαρος έφτιαξε έναν μαγικό καθρέφτη που ό,τι καλό και όμορφο καθρεφτιζόταν επάνω του το μίκραινε τόσο, ώστε μόλις και φαινόταν, ενώ το κακό και το άσχημο το έδειχνε ακόμη πιο μεγάλο και αποκρουστικό. Η επιτυχία του καθρέφτη έκανε τους καλικάντζαρους να ξεθαρρέψουν και να πετάξουν, κρατώντας τον στον ουρανό για να κοροϊδέψουν τους αγγέλους. Επειδή, όμως, πέταξαν πολύ ψηλά, ο καθρέφτης τους γλίστρησε και έπεσε στη γη. Αποτέλεσμα ήταν να κομματιαστεί σε δισεκατομμύρια θρύψαλα. Από τότε τα πράγματα χειροτέρεψαν στη γη, γιατί τα κομμάτια που είχαν τη δύναμη του καθρέφτη έμπαιναν στα μάτια των ανθρώπων και εκείνοι έβλεπαν τα πράγματα παραμορφωμένα. Σε κάποιους ανθρώπους τα θρύψαλα μπήκαν στην καρδιά τους και την πάγωσαν. Άλλα πάλι συνέχισαν να αιωρούνται.

***

Εκείνη την εποχή, σε μια γειτονιά με ανθισμένους κήπους, μεγάλωναν μαζί ένα αγοράκι, ο Κέυ και ένα κοριτσάκι, η Γκέρντα, που αγαπιούνταν σαν αδέρφια. Τα δυο παιδάκια κρατιούνταν απ’ το χέρι, φιλούσαν τα τριαντάφυλλα, κοίταζαν το ολοκάθαρο φως του ήλιου του Θεού και του μιλούσαν.

Μια μέρα, εκεί που κάθονταν τα δυο παιδάκια, έφτασαν τα αιωρούμενα κομμάτια του απαίσιου καθρέφτη και δυστυχώς δυο απ’ τα κομμάτια του κατέληξαν στον μικρό Κέυ. Το ένα μπήκε στο μάτι και το άλλο στάθηκε στην καρδιά του. Από τότε άρχισε να αλλάζει η συμπεριφορά του μικρού αγοριού. Ξερίζωνε τα τριαντάφυλλα, βαριόταν τα παραμύθια και ειρωνευόταν τους ανθρώπους. Ο κόσμος άρχισε να τον επαινεί για την εξυπνάδα του κι ο ίδιος άλλαξε συνήθειες και παιχνίδια, ώσπου τελικά έφυγε από τη μικρή του γειτονιά και εγκατέλειψε τη Γκέρντα. Καθώς όμως πήγε να παίξει στη μεγάλη πλατεία, ένα μεγάλο έλκηθρο τον πήρε και τον ταξίδεψε στην άκρη του κόσμου. Εκείνος δοκίμασε να φωνάξει και να ζητήσει βοήθεια από τον Θεό, αλλά είχε ξεχάσει όλες τις προσευχές που γνώριζε. Το μόνο που θυμόταν ήταν η προπαίδεια!

Αυτή που τον απήγαγε ήταν η Βασίλισσα του χιονιού, που όταν του έδωσε δυο φιλιά ο Κέυ ξέχασε τη μικρή Γκέρντα και όλους τους δικούς του. Την κοίταξε και ήταν πανέμορφη. Τόσο πολύ τον μάγεψε η ομορφιά της, που δεν μπορούσε να φανταστεί άλλο πρόσωπο που ν’ ακτινοβολεί τόση εξυπνάδα και γοητεία. Δεν του φαινόταν πια ότι ήταν από πάγο… Στα μάτια του φαινόταν τέλεια. Έπειτα, η βασίλισσα του χιονιού τον πήρε και πέταξαν στον ουρανό.

Η μικρή Γκέρντα ξεκίνησε να βρει τον Κέυ. Διέσχισε έναν μαγικό ποταμό, έμεινε στο φιλόξενο σπίτι μιας γριάς μάγισσας, ακολούθησε δυο κοράκια και μπήκε στον πύργο της πριγκίπισσας ενός μαγικού βασιλείου, αιχμαλωτίστηκε από ληστές, απελευθερώθηκε για να καταλήξει στη Λαπωνία, όπου μια Φινλανδή μάγισσα την ενίσχυσε με ένα ξόρκι και της είπε τι είχε συμβεί στον Κέυ. Ο τάρανδος που μετέφερε τη Γκέρντα ρώτησε τη Φινλανδή αν είχε κάποιο ξόρκι για να λυτρώσει τον Κέυ, όμως εκείνη του απάντησε πως η μόνη δύναμη που μπορούσε να το πετύχει αυτό, ήταν η δύναμη της καρδιάς της Γκέρντα. Η δύναμη ενός αθώου γλυκού παιδιού. Έτσι η Γκέρντα ξεκίνησε για το παλάτι της Βασίλισσας του χιονιού. Εκεί δέχτηκε επίθεση από μια ορδή νιφάδων χιονιού, που υπηρετούσαν την κυρία τους. Ζήτησε όμως τη βοήθεια του Θεού και μια λεγεώνα αγγέλων με πανοπλίες και δόρατα ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά της και πολέμησε τις νιφάδες.

Ovi_greece_1216_076a.gif

Στο μεταξύ, στο παγωμένο παλάτι της Βασίλισσας, ο Κέυ έπιανε λεία κομμάτια πάγου και μετά τα τοποθετούσε με διάφορους τρόπους, φτιάχνοντας κάθε λογής σχήματα, παίζοντας το παγερό παιχνίδι της λογικής. Του φαινόταν πως όλα αυτά τα σχήματα ήταν πολύ αξιόλογα, σχεδόν σπουδαία! Βλέπετε, του είχε μπει εκείνο το κομματάκι γυαλί μέσα στο μάτι! Πάλευε λοιπόν με τα σχήματα που έφτιαχναν κάθε φορά κι από μια λέξη, αλλά ποτέ δεν κατάφερνε να φτιάξει εκείνη ακριβώς την λέξη που ήθελε, τη λέξη Αιωνιότητα. Κοίταζε τα κομμάτια του πάγου, σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν… και ήταν ακίνητος, τόσο ακίνητος που έλεγες πως είχε πεθάνει από το κρύο.

Εκείνη την ώρα, η Γκέρντα μπήκε στον πύργο, αγκάλιασε σφιχτά τον Κέυ κι έκλαψε με καυτά δάκρυα. Τα δάκρυα κύλησαν στο στήθος του αγοριού και έφτασαν στην καρδιά του, έλιωσαν τον πάγο και παρέσυραν το γυαλί που ήταν καρφωμένο εκεί. Τότε ο Κέυ έκλαψε, και το γυαλάκι έφυγε από το μάτι του. Όταν τα δυο παιδιά σφιχταγκαλιάστηκαν, ήταν τόσο μεγάλη η ευτυχία τους, που οι πλάκες γύρω τους σχημάτισαν την λέξη Αιωνιότητα.

Και γύρισαν πίσω στην πόλη και στη γειτονιά τους. Τότε αντιλήφθηκαν πως είχαν γίνει μεγάλοι. Κάθισαν στα παιδικά τους σκαμνάκια και ξέχασαν όσα πέρασαν στον άδειο πύργο της Βασίλισσας του χιονιού, σα να ήταν όνειρο. Κάθονταν εκεί, ο ένας δίπλα στον άλλο, μεγάλοι και παιδιά συνάμα, παιδιά στην καρδιά. Κι ήταν καλοκαίρι, ζεστό κι ευλογημένο καλοκαίρι.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s