Για της γαλοπούλας το στήθος

Έφαγε το τέρας, έφαγε. Στο τέλος ο μικρός έκανε και τα πιάτα σάντουιτς. Πιάτο από κάτω, γαλοπούλα, γέμιση, πατάτες, σαλάτα, τυριά στη μέση, πιάτο από πάνω. Να είναι καλά το παιδί μου, καλυτέρα να το ντύνεις παρα να το ταΐζεις. Είπαμε ότι εφηβεία είναι, στην ακμή του και με ακμή φουντωμένη και να παίρνει και ύψος, αλλά αυτός στο τέλος θα μας φάει όλους σ’ αυτό το σπίτι.

Όχι, σας προλαβαίνω, δεν είναι παχύς και μάλιστα επειδή έχει ανακαλύψει ότι το άλλο φύλο αρέσκεται στους λεπτούς τους τρόπους και το σώμα, πριν από λίγες βδομάδες πέταξε λέξη άγνωστη στο λεξιλόγιο του, δίαιτα. Για τους τρόπους του λίγα αλλάξανε αφού πριν από το μάνα έβαλε κι ένα ‘ρε’, «ρε μάνα τι κάνουμε από δίαιτα;» Έτσι το είπε το χρυσό μου, ανάθεμα τους τρόπους που έχει πάρει από τον Αντωνάκη. Κι εκείνος στο ‘ρε’ με είχε όλη την ώρα λες και παίζαμε σφαλιάρες στο καφενείο η παλιοπαρέα.

ovi_greece_1216_087aΈφαγε που λέτε ο «ρε μάνα» του σκασμού. Και το μανάρι μου είπε στο τέλος την ώρα που μάζευα, «ρε μάνα, όταν καθαρίσεις τη γαλοπούλα, άσε στην άκρη το άσπρο για αύριο». Παραγγελιά που λένε. Δεν είπα τίποτα. Μάζεψα την πιατέλα, πήγα στη κουζίνα και μπούκωσα το στόμα μου με άσπρο.

Άσπρο είναι το στήθος και ο γιος μου, όπως ακριβώς και ο Αντωνάκης, ο πρώην, το τιμά και το προτιμά. Ο Αντωνάκης. Το θηρίο, το ζώο, ο μαλάκας και άλλα πολύ γλαφυρά, όσο και επεξηγηματικά κοσμητικά και περιγραφικά επίθετα. Αυτοί οι δυο λοιπόν έχουν μια περίεργη ιδέα που δεν ξέρω ποιός τους την κόλλησε, ότι σε εμένα αρέσει μόνο το μπούτι και οι φτερούγες. Μου δίνουν στήθος κι εγώ το πετάω. Έτσι νομίζουν. Και αυτό δεν περιορίζεται στη χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα αλλά επεκτείνεται και σε όλες τις κότες και τον κόκορα τον κρασάτο.

Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή αντέδρασα, ειδικά όταν η πεθερά που μας είχε καλέσει για κόκορα με χυλοπίτες σπιτικές – τότε στην αρχή – είπε μόλις κάθισε ο κόκορας στο τραπέζι, «το στήθος στον Αντωνάκη μου» κι εμένα μου γέμισε το πιάτο με χυλοπίτες και μια φτερούγα. Έκρυβε μήνυμα αυτό με τις χυλοπίτες, δεν ξέρω. Αδιαφόρησα και άρπαξα από τη πιατέλα ένα κομμάτι από το στήθος. Αδιαφόρησε τότε και ο Αντωνάκης. Η πεθερά κοκκίνησε αλλά δεν είπε τίποτα.

Αυτό που δεν κατάλαβα εκείνη τη μέρα, ήταν ότι ο Αντωνάκης δεν είχε κανένα σκοπό να υπερασπιστεί το δικαίωμά μου στο στήθος του κρασάτου κόκορα, αλλά από τη στιγμή που το πιάτο του είχε αρκετό άσπρο, τι τον ένοιαζε τι θα φάνε οι άλλοι;

Μετά ήταν και η αρχή στο γάμο κι εγώ της αγκαλιάς, και τον άφηνα τον ανεπρόκοπο να τρώει όλο το στήθος με μένα να παλεύω να βρω ψαχνό στα κόκκαλα του μπουτιού. Σαν το σκυλί με τα δόντια μπροστά. Μετά ήρθε ο γιος, κι αυτός στην αρχή κοκαλάκια δεν μπορούσε να μασήσει. Πάλι στο κόκκαλο εγώ με τα μπροστινά δόντια στην επίθεση. Στο τέλος όλα γίνονται συνήθεια, σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει.

Αλλά όλα τα καλά μια μέρα τελειώνουν. Και για μένα τα Χριστούγεννα ήταν αυτή η μέρα. Χριστουγεννιάτικη επανάσταση.

Η αδελφή μου στο κινητό. Μόλις τελειώσανε κι εκείνοι το χριστουγεννιάτικο γεύμα και πήρε για τις ευχές.

«Μασουλάς μωρή;»
«Νγδουμπρλ όχι».
«Τι όχι, αφού σε ακούω. Τι μασουλάς;»
«Έφτιαξα ένα σάντουιτς, περίμενε να πιω λίγο κρασί να πάει κάτω η μπουκιά».
«Που είσαι;»
«Στην κουζίνα, μαζεύω.»
«Δεν έφαγες;»
«Έφαγα!»
«Και τώρα ξανατρώς;»
«Είναι της εκδίκησης για όσα δεν έφαγα τόσα χρόνια.»
«Τι λες μωρή τρελή χριστουγεννιάτικα; Σε έπιασε με τον Αντωνάκη πάλι;»
«Και με τον Αντωνάκη και με το γιο μου και με όλους τους άντρες του κόσμου που μας αφήνουν το κοκαλάκι.»
«Δεν πας καλά, ποιο κοκαλάκι;»
«Το κοκαλάκι της κότας.»
«Ποιας κότας ρε Λουκία; Γαλοπούλα δεν έφτιαξες;»
«Γαλοπούλα έφτιαξα. Δεν μου λες ρε Βάσω, εσύ όταν φτιάχνεις κοτόπουλο ποιος τρώει το στήθος και ποιος το μπούτι;»
«Ξέρω ‘γω; Και οι δυο μας τρώμε κι από τα δυο.»
«Να το ψάξεις, γιατί μπούτι κόκκαλο τρως με τα δόντια έξω να ψάχνουν το ψαχνό. Άλλος κυρά μου τρώει το ψαχνό, το στήθος.»
«Καλά δεν σε καταλαβαίνω τι λες, θα σε πάρω αργότερα που θα σου έχει περάσει να μιλήσουμε πιο ήρεμα.»
«Κορόιδο Βάσω, δεν τους ξέρεις τους άντρες τι ύπουλοι είναι με το στήθος.»

Στον μικρό αρέσουν και τα πατζάρια. Γι’ αυτό φταίει η δική μου μάνα. Μέχρι γλυκό φτιάχνει με τα πατζάρια. Σάντουιτς λοιπόν. Στήθος από κάτω, παντζάρια στη μέση με λίγη μαγιονέζα και στήθος από πάνω.

Έτσι κάπως την έκανα την επανάστασή μου κι αυτά τα Χριστούγεννα. Με το στήθος μπροστά και κανα-δυό κιλά από πίσω με όλο αυτό το στήθος που έφαγα.

Λουκία Κοντοπόδη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s