Στο δρόμο σιγά-σιγά

Η κρίση σε μας δεν ήρθε με το συνηθισμένο τρόπο. Αν και δεν ξέρω ότι υπάρχει τρόπος συνηθισμένος για να ‘ρθει κάτι τέτοιο. Όμως τώρα που το σκέφτομαι, ήταν σα να άρχισα να κουφαίνομαι σιγά σιγά, και πάλι αυτό το υποθέτω. Δηλαδή, δεν ξέρω πώς είναι να κουφαίνεται κανείς. Όμως φαντάζομαι πως αν έπαυα κάποτε να ακούω, κάπως έτσι θα γινόταν.

Δεν ήρθε  σα να λέμε όπως μια έκρηξη, με μια λάμψη εκτυφλωτική κι έναν κρότο που θα έκανε τα τζάμια θρύψαλα. Δεν ήρθε ούτε σαν πυρκαγιά, ένα ξέσπασμα φωτιάς που να απλώνεται και να ρουφάει τον αέρα, γλύφοντας τους τοίχους και τυλίγοντας τα έπιπλα στις φλόγες. Ούτε ήρθε σαν ασφυξία ας πούμε, σα δυο χέρια πελώρια ν’ αρπάξαν το λαιμό μου ξαφνικά.

Ovi_greece_1216_026b.gifΉταν κάτι άλλο. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, η κρίση ήρθε σε μας με τη μορφή μιας αργής και σταθερής απουσίας ήχων. Ήταν κουδουνίσματα τηλεφώνου που λιγόστεψαν, χτυπήματα στην πόρτα από ανθρώπους κοντινούς που αρχίσανε σιγά σιγά να ξεμακραίνουν. «Έλα, χαθήκαμε, πού είσαι;» «Τι να σου λέω τώρα… Καλά! Καλά είμαστε» και να κοιτάμε αμήχανα τα παπούτσια μας. Ήταν γιορτές και γενέθλια που άρχισαν να ξεχνιούνται συνειδητά. Δικά μας, των άλλων… Ήταν όλο και περισσότερα πρωινά χωρίς το ξυπνητήρι που μας τρέλαινε και που το ‘χαμε βάλει επίτηδες τόσο εκνευριστικό για να σηκωνόμαστε, ήταν πρωινά με τη μπουκιά αμάσητη ακόμα στο στόμα, χωρίς κορναρίσματα στην κίνηση μέχρι να φτάσουμε στη δουλειά και τον καφέ να ‘χει στάξει στο καθαρό πουκάμισο, τραβώντας τα παιδιά από τα χέρια με τα πόδια τους ίσα να ακουμπάνε στο δρόμο, για να προλάβουνε την πρώτη ώρα στο σχολείο γιατί αργήσαμε πάλι.

Ήταν τα τρεχαλητά από τα μικροσκοπικά ποδαράκια πάνω στο ξύλινο πάτωμα και μετά στη βαριά μοκέτα σαν περνούσαν από δωμάτιο σε δωμάτιο παίζοντας τους ιππότες, που έγιναν νυχοπάτημα κρυφό. Ήταν καβγάδες για το ίδιο παιχνίδι που σταμάτησαν, κι έγιναν μουρμουρητά κάτω από το κρεβάτι και μυστικά. Ήταν φωνές και γέλια γύρω από το τραπέζι, και συμφωνίες ότι όποιος αδειάσει το πιάτο του θα φάει και γλυκό, που έγιναν σιωπή και αργές μπουκιές χωρίς κανένα γούστο, και χωρίς γλυκό στο τέλος. Ήταν ψέματα, ότι όλα είναι περαστικά.

Σιγά-σιγά, όλο το σπίτι άρχισε να βυθίζεται στη σιωπή.

Μα σαν το ξανασκέφτομαι, δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν ήταν μόνο οι ήχοι που λιγόστευαν λίγο-λίγο από τη ζωή μας, ήταν και τα χρώματα. Άργησα να το καταλάβω βέβαια, γιατί δεν έγιναν όλα μεμιάς. Ήταν σαν το γλείψιμο του αλατιού της θάλασσας πάνω στην πέτρα. Σαν χρόνια και χρόνια το κύμα να γυαλίζει την πέτρα, να τρώει τις άκρες της, να αλλάζει το χρώμα της, κι όταν μαζεύτηκε το νερό πίσω και η πέτρα γυμνώθηκε, έμεινε ένα αδιάφορο βότσαλο θολό.

Ήταν λουλούδια που ξεράθηκαν στο βάζο ύστερα από τρεις εβδομάδες, καφετιά, και με τα πέταλα να έχουν στραγγίξει από το χρώμα. Ήταν ζωγραφιές παιδικές που δεν κοιτούσαμε πια κι άδειασαν τους τοίχους και μπήκαν κι αυτές κάτω απ’ το κρεβάτι, σε κείνη την κρυψώνα τη μυστική. Ήταν ένας ήλιος που μίκρυνε μέχρι που έγινε κουκκίδα και μια άνοιξη που περιμέναμε αλλά δεν ήρθε ποτέ. Ήταν χειμώνας του Φλεβάρη που ξέχασε να τελειώσει.  Ήταν λόγια χωρίς χροιά, ένας άδειος καμβάς τα πάντα γύρω μας, ένα πεντάγραμμο κενό από νότες οι φωνές μας.

Σιγά-σιγά, όλο το σπίτι βάφτηκε γκρίζο.

Κι όσο τα λέω αυτά και τα ξανασκέφτομαι, σαν όλες οι αισθήσεις μας να χάθηκαν σιγά-σιγά. Όσο έμπαινε η κρίση πιο μέσα και πιο μέσα στο σπιτικό μας, τόσο χάναμε κι από κάτι. Ήταν άνοστα φαγητά. Ήταν ξαναζεσταμένα φαγητά από τρεις μέρες, ήταν μερίδα μοιρασμένη για δυο. Ήτανε πόρτες κλειστές να μικραίνει το σπίτι για να ζεσταθεί με το τίποτα. Ήταν παγωμένα δάχτυλα στο σκοτάδι, ψέματα πως μ’ ένα κερί θα ζεσταθούμε κι ο φόβος του χειμώνα  που δεν τέλειωνε, άλλη μια μέρα κι άλλη μια μέρα, κι άλλη μια μέρα μόνο να βγει. «Κρυώνεις;» «Λίγο. Λίγο μόνο.» Κι ήτανε ψέμα, ψέμα κι αυτό. Κι ήταν παράπονα που δε λέγονταν ποτέ γιατί δεν υπήρχε λόγος, δεν υπήρχε λύση. Ήταν η αλήθεια που ήρθε σιγά-σιγά κι έκατσε πάνω μας σαν σκόνη υγρή, έκανε τα μάτια μας να ανοιγοκλείνουν από φαγούρα σαν κάτι να στάθηκε στην άκρη τους, έμπαινε μέσα στη μύτη μας και γινόταν ανάσα βαριά και κόμπος από πίκρα στο λαιμό μας.

Αποτύχαμε. Μας ξέχασε και ξεχάσαμε τον κόσμο. Ο κόσμος μας όλος έγινε μια στιγμή, το τώρα, αυτό που γινόταν πριν σε μια στιγμή και κάθε στιγμή μας έφερνε πιο κοντά στο δρόμο.

Ήταν… ήταν να χάνεις τα πάντα, σιγά-σιγά κι αργά-αργά, τόσο που δεν το καταλάβαμε, παρά μόνο όταν σταθήκαμε στην πόρτα του άδειου μας, γκρίζου σπιτικού που δεν ήταν πια δικό μας, προσπαθώντας να μαντέψουμε αν όσα αφήναμε πίσω δε θα μας έλειπαν πια, κομμάτια από τις χίλιες ζωές που ζήσαμε μέχρι να φτάσουμε σε κείνη, τώρα. «Και τώρα; Πού πάμε;» ρωτήσαμε ο ένας τον άλλο.

«Τώρα θα γίνουμε σκιές. Στο δρόμο.»

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

4 σκέψεις σχετικά με το “Στο δρόμο σιγά-σιγά

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s