Έλος και παγίδα

Για μια περίοδο και έχοντας ένα περίεργο κίνητρο, τις Κυριακές νωρίς το βραδάκι τις πέρναγα στο κέντρο προσφύγων στο Ελσίνκι. Πριν σας πω όμως για το κίνητρο και επειδή δεν θυμάμαι αν το έχω κάνει, να σας περιγράψω με μια εικόνα αυτό το κέντρο προσφύγων, μια εικόνα που θα λέει χίλιες λέξεις. Το Ελσίνκι είναι γενικά πράσινο, πράσινο με μεγάλα πάρκα και εξ ίσου μεγάλα αλσύλλια.

Υπάρχει ακόμα και νόμος, ο κοινόχρηστος χώρος μεταξύ ενός συγκεκριμένου αριθμού πολυκατοικιών – που δεν ξεπερνάνε τις τρεις τέσσερις – να είναι χώρος πρασίνου, με δέντρα και όχι απλά χώρο να παίξουν τα παιδιά, αλλά και χώρο να κάτσουν οι μεγαλύτεροι, ακόμα και να κάνουν πικνίκ αν θελήσουν. Έτσι, ο μόνος τρόπος να ορίσεις αυτήν την πόλη είναι πράσινη, που το χειμώνα γίνεται λευκή από το χιόνι. Μέσα λοιπόν σε όλο αυτό το πράσινο, σε όλα αυτά τα πάρκα και τα αλσύλλια υπάρχει ένας χώρος που αποτελείται από τρία κτίρια και όλα, μα όλα γύρω του, ακόμα και το κομμάτι που παίζουν τα παιδιά είναι τσιμεντοστρωμένο. Το κέντρο ασύλου προσφύγων στο Ελσίνκι.

Ovi_greece_1116_070a.gifΜε πολλή ειρωνεία, οι φυλακές που είναι μέσα στο Ελσίνκι και είναι μόνο λίγα μέτρα μακριά, έχουν στην αυλή τους ένα κομμάτι πράσινο με δέντρα. Ακόμα και οι φυλακές.

Τώρα εγώ τις Κυριακές για πάνω από μια δεκαετία δούλευα. Η Κυριακάτικη απογευματινή μου εκπομπή στο φινλανδικό ραδιόφωνο τελείωνε γύρω στις πέντε και μέχρι να μαζέψω τα πράγματά μου, να μιλήσω λίγο με τους άλλους παραγώγους και τους τεχνικούς, έβγαινα από τον σταθμό γύρω στις έξι. Ώρα απόλυτης σιωπής στο Ελσίνκι. Βλέπετε, η Κυριακή για τους Φινλανδούς είναι η μέρα του καναπέ και της έτοιμης πίτσας, προσπαθώντας να συνέλθουν από την έξοδο του Σαββάτου και να προετοιμαστούν ψυχολογικά για την εβδομάδα που έρχεται. Έτσι τίποτα δεν κινείται, τίποτα δεν υπάρχει. Ειδικά όταν είναι χειμώνας, είναι σκοτάδι και χιονίζει. Πράγμα που συμβαίνει τουλάχιστον επτά μήνες το χρόνο.

Μια από αυτές τις Κυριακές και έχοντας ξεχάσει ένα φάκελο σε ένα γραφείο στο κέντρο προσφύγων, και όντας το κέντρο κοντά στον σταθμό, πέρασα για να τον πάρω μετά την εκπομπή. Εκεί, περνώντας τη σιδερένια πύλη, αντίκρυσα μια εικόνα που καρφώθηκε στο μυαλό μου. Ήταν φθινόπωρο και ενώ η θερμοκρασία είχε πέσει σοβαρά, δεν είχε αρχίσει ακόμα το χιόνι και η μέρα περιοριζόταν σε μερικές ώρες, τέσσερα παιδιά καθόντουσαν στο τσιμέντο, στη μέση του προαυλίου, ντυμένα κάθε άλλο παρά φινλανδικά ώστε να αντιμετωπίσουν το κρύο και σιωπηλά κοιτούσαν το ένα το άλλο.

Δεν ξέρω αν μπορείτε να νιώσετε τη σκηνή, αλλά εμένα από τη μια τα άψυχα ματιά των παιδιών μέσα στο κρύο και το τσιμέντο σε μια πόλη γεμάτη πράσινα πάρκα, από την άλλη βάζοντας στη θέση τους τη μικρή μου κόρη, μου έσκισε την καρδιά. Ταυτόχρονα, συνειδητοποίησα ότι ενώ τις καθημερινές το κέντρο έσφυζε από κίνηση, με οργανώσεις και κρατικούς λειτουργούς, δασκάλους και εθελοντές, από το Σάββατο το μεσημέρι μέχρι τη Δευτέρα το πρωί, δεν κουνιόταν τίποτα. Η απόλυτη εγκατάλειψη. Και μπορεί κάποιοι από τους ενήλικους και να το αποζητούσαν, αλλά τα παιδιά; Τα παιδιά χανόντουσαν σε όλο αυτό το τσιμέντο, γίνονταν ένα μαζί του.

Έτσι, από εκείνη την Κυριακή και μετά, αποφάσισα να συνεχίσω να αφιερώνω τα Σάββατά μου μεν στη κόρη μου, αλλά μιας και οι Κυριακές μου ήταν έτσι κι αλλιώς εκτός σπιτιού, να περνάω και κάποια ώρα στο κέντρο, τουλάχιστον έτσι, για λίγο, για να αισθάνονται και αυτά τα παιδιά, ότι υπάρχουν για μας και πέρα από τις εργάσιμες μέρες και ώρες. Παρενθετικά, σύντομα οι Κυριακές μου και η λογική του τι έκανα, έγιναν γνωστά μεταξύ των οργανώσεων και βρέθηκαν κι άλλοι που περνούσαν τα Σάββατα και τις Κυριακές τους στο κέντρο, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο σκοπό ή λόγο, έτσι απλά για να παίξουν με τα παιδιά και να πιούν έναν καφέ, χαλαρά με τους μεγάλους.

Ανάμεσα σε αυτούς και η Μαρί. Μαρί δεν είναι το πραγματικό της όνομα, αλλά αρκεί για την ιστορία που θέλω να σας πω. Συμπληρωματικά η Μαρί είχε και μια κόρη, την Ίλα, οκτώ χρονών τότε, που τις περισσότερες φορές ερχόταν μαζί της, τουλάχιστον τις Κυριακές που τις έβλεπα εγώ. Η Μαρί ήταν σε ένα από αυτά τα προγράμματα ανέργων, που το περνούσε μέσα σε μια από τις οργώσεις που βοηθούσαν με επιδότηση από το γραφείο ανεργίας. Για τη Μαρί, η όλη κατάσταση ήταν λίγο έλος και παγίδα. Συμμετείχε στην οργάνωση γιατί εκεί την είχε στείλει το γραφείο ανεργίας ώστε να της δίνει λεφτά και παράλληλα, καταλαβαίνοντας και νιώθοντας τι κάναμε, μόνο σαν δουλειά δεν το έβλεπε, αλλά κόντευε να γίνει εθελόντρια σε πολύ περισσότερα θέματα από όσα ήταν οι πραγματικοί εθελοντές, δίνοντας πολλές φορές και την ψυχή της ακόμα κι όταν δεν χρειαζόταν. Από το συνηθισμένο κουτσομπολιό που δεν μπορείς να το αποφύγεις όσο άψογο κι αν είναι το γραφείο, η οργάνωση και η κοινωνία που κινείσαι, ήξερα ότι η Μαρί ήταν και μητέρα χωρίς άντρα, με τον άντρα μάλλον απόντα γενικά και από τη ζωή τη δικιά της και του παιδιού. Έτσι, η Ίλα μεγάλωνε σε μονογονιακή οικογένεια, όπου αυτός ο ένας γονιός ήταν και άνεργος.

Αυτά όλα όμως από ένα σημείο και υστέρα αρχίζεις να τα παραβλέπεις, γιατί ενώ η Μαρί και η κατάστασή της δεν είναι ο κανόνας, δεν είναι ταυτόχρονα και η εξαίρεση στη σύγχρονη Φινλανδική κοινωνία. Παράλληλα, ζώντας τη δυστυχία και τα προβλήματα των ανθρώπων του κέντρου, ανθρώπων που έχουν έρθει με τίποτα κι ακόμα και με την ελπίδα δολοφονημένη από το Αφγανιστάν, τη Σομαλία ή το Σουδάν, η Μαρί που στο κάτω-κάτω φροντίζει το φινλανδικό κράτος να μην πεινάσει ούτε αυτή ούτε το παιδί της, πώς να το κάνουμε… δεν σε αγγίζουν πια τόσο πολύ ή καλύτερα όπως είπα και παραπάνω, τα παραβλέπεις.

Με τα παιδιά του κέντρου τώρα, συνήθως φρόντιζα να έχω μαζί μου χαρτιά και εικόνες που είχα εκτυπώσει για να χρωματίσουν για τα μικρότερα και βιβλία, όταν έβρισκα, ή κάποιο επιτραπέζιο ώστε να παίξουμε όλοι μαζί, με αγαπημένο όλων και πάντα – αυτό αποδεδειγμένο – τον γκρινιάρη.

Τα παιδιά και είμαι σίγουρος ότι το έχετε παρατηρήσει, όταν παίζουν και μάλιστα όταν παίζουν όλα μαζί, είναι σαν να χάνονται σε μια μικρή φούσκα χαράς, ανεξάρτητα του τι μπορεί πραγματικά να συμβαίνει γύρω τους και είναι τόσο δυνατή αυτή η φούσκα, που μπορεί να σε παρασύρει ακόμα κι εσένα. Είναι φορές που νομίζω ότι αυτή η φούσκα μυρίζει και φράουλα, τόσο ισχυρή είναι η παρουσία της. Έτσι, μια Κυριακή αργά το απόγευμα, ήμασταν όλοι χωμένοι μέσα σε αυτήν τη φούσκα χαράς, είχα κι εγώ μαζί μου τη φυσαρμόνικά μου – άλλο στοιχείο που ενθουσίαζε τα παιδιά του κέντρου, μαζί με το ότι μπορούσα να μιμηθώ χαρακτήρες από γνωστά καρτούν – και είχαμε κυριολεκτικά χαθεί στη μυρωδιά της φράουλας.

Τώρα δεν ξέρω τι με έπιασε εκείνη τη μέρα, αλλά κόβοντας ένα χαρτί σε κομματάκια τους ζήτησα να μου γράψουν τι θέλανε εκείνη την στιγμή και ίσως – ίσως να βρίσκαμε τρόπο να το κάνουμε αλήθεια. Επηρεασμένος από τη φούσκα και τη μυρωδιά της φράουλας, ήθελα να πιστεύω ότι όλα αυτά τα 6χρονα και 8χρονα θα γράφανε για καραμέλες και σοκολάτες και ήμουν έτοιμος σε παράβαση κάποιων οδηγιών του κέντρου, να πεταχτώ μέχρι το κοντινό περίπτερο και να πάρω όσες σοκολάτες και καραμέλες μπορούσα. Δεν με απογοήτευσαν, σίγουρα κι αυτά μαγεμένα από τη μυρωδιά της φράουλας. Καραμέλες, σοκολάτες, τσίχλες και ένα μήλο! Μάλιστα, επειδή τα περισσότερα το γράψανε στη γλώσσα τους, ο χαβαλές έγινε ακόμα πιο μεγάλος όταν προσπάθησα να τα διαβάσω και βέβαια να με βοηθήσουν να μαντέψω τι έγραφαν. Ένα το κράτησα στην τσέπη μου, χωρίς να το διαβάσω δυνατά.

Φυσικά και πήγα στο περίπτερο, φυσικά και πήρα όσες γεύσεις σοκολάτας βρήκα, καραμέλες και τσίχλες, φυσικά και πήρα μήλα κι όχι μόνο ένα, αλλά το χαρτάκι στη τσέπη μου ήταν αυτό που με έκαιγε. Και φυσικά επέστρεψα και φυσικά το πανηγύρι συνεχίστηκε για πολλή ώρα ακόμα, μέχρι να έρθει η ώρα του ύπνου και φυσικά όλα πήγαν στα δωμάτιά τους χαμογελαστά, με τους γονιούς τους πιο χαμογελαστούς, που έβλεπαν τα παιδιά τους μέσα σε τόση δυστυχία και τσιμέντο, έστω και για λίγες στιγμές να χαμογελούν. Έψαξα για τη Μαρί και την Ίλα αλλά δεν τις βρήκα, γιατί είχαν φύγει νωρίτερα. Το σπίτι τους ήταν σε μια απόσταση σαρανταπέντε λεπτών και χρειαζόντουσαν μετρό και λεωφορείο μέχρι εκεί και θα έφταναν στο τέλος μετά την ώρα που η Ίλα θα έπρεπε να είναι στο κρεβάτι, για να μπορέσει να ξυπνήσει την επόμενη στην ώρα της για το σχολείο. Αυτό που έκανα ήταν να τρέξω όσο πιο γρήγορα μπορούσα στο σπίτι μου, για να προλάβω την κόρη μου πριν πάει κι εκείνη για ύπνο, για να της διαβάσω τη βραδινή ιστορία που προσπαθούσα να της διαβάζω κάθε βράδυ και να της δώσω ένα φιλί στο μέτωπο για καληνύχτα, πριν κοιμηθεί.

Το τι έγραφε το χαρτί, δεν το κρατάω για σασπένς. Παράλληλα φαντάζομαι ότι έχετε φτιάξει ήδη στο μυαλό σας τη συγκινητική ιστορία. Ένα από τα παιδάκια ήθελε τον πατέρα του που πνίγηκε ή το αδελφάκι που χάθηκε σε κάποιο βομβαρδισμό, ίσως ένα παιχνίδι, το σπίτι τους, τη γιαγιά που έμεινε πίσω ή το χωριό τους. Όχι. Αυτά τα παιδάκια ήθελαν σοκολάτες και καραμέλες. Η αλήθεια δυστυχώς ήταν πιο συγκινητική. Το χαρτί έγραφε:

«Θέλω να πάμε με τη μαμά μου σπίτι και να μου μαγειρέψει σούπα αρακά, αλλά είναι πάντα εδώ και ποτέ δεν είναι σπίτι για να μου φτιάξει τη σούπα που μου αρέσει.» Υπογραφή ‘Ιλα.

Τη Μαρί, την άνεργη Μαρί ή της μονογονιακής οικογένειας Μαρί, την είχαμε παραβλέψει μπροστά σε όλη τη δυστυχία που αντικρύζαμε όλοι μας καθημερινά. Ακόμα και η ίδια η Μαρί την είχε παραβλέψει τη Μαρί. Μόνο που μαζί με τη Μαρί, είχαμε όλοι μας παραβλέψει και την Ίλα. Και μη βιαστείτε να την πιάσετε από τα μούτρα τη Μαρί, η Μαρί είχε μπει σε ένα έλος παγίδα, που το μόνο που έβλεπε ήταν η δυστυχία μπροστά της. Εμείς οι γύρω της είχαμε αποτύχει και την είχε πληρώσει ένα 8χρονο. Όπως πιθανώς μερικές φορές να την είχε πληρώσει και η δική μου κόρη. Θα μου πείτε η θυσία αξίζει. Ποια θυσία; Η δική μου και της Μαρί ή της Ίλα και της κόρης μου; Περίεργο έλος και παγίδα που με έχει τυραννήσει από τότε πολλές φορές. Από αυτά που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις και λύσεις.

Μετά από συμφωνία που κάναμε μέσα στην οργάνωση και μαγειρεύοντας το μπάτζετ, προσλάβαμε τη Μαρί ώστε να μη ζει στην ανασφάλεια του γραφείου ανεργίας και της θέσαμε και ορισμένους όρους για το πόσες ώρες θα δουλεύει ή θα διαθέτει εθελοντικά από το χρόνο της.

Αλλά κι αυτό δεν ήταν λύση, έτσι δεν είναι; Γιατί την ίδια στιγμή, παιδάκια καθισμένα στο τσιμέντο κοιτούσαν σιωπηλά με άδεια ματιά το ένα το άλλο, νιώθοντας παραμελημένα από τους πάντες, όταν δεν ήταν μέσα στα χρονικά όρια που τους έθετε η δουλειά τους. Και μιλάμε για παιδιά, στην ηλικία και στα θέλω ανθρώπινης ζεστασιάς όπως η Ίλα, μην το ξεχνάτε.

Δεν θέλω να ακουστώ πεσιμιστής ή απογοητευμένος, αλλά για φανταστείτε πόσο καλύτερα θα ήταν να υπήρχαν πολύ περισσότεροι εθελοντές, πραγματικοί εθελοντές, που να καταλαβαίνουν τι κάνουν αυτές οι οργανώσεις και κάπως να μοιράζονται το βάρος, από το να το αφήνουν στις πλάτες της …Ίλας. Δεν ξέρω. Αυτά ανήκουν στην κατηγορία «τροφή για σκέψη», χωρίς να ξεχνάμε ότι τώρα με τα προσφυγικά κύματα να έχουν αυξηθεί, όλο και περισσότερα παιδιά γεμίζουν αυτά τα κέντρα. Εκατοντάδες Ίλα και από τις δυο πλευρές.

 

Θάνος Καλαμίδας

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s