Ο ερωτευμένος Πολωνός

Να πάρει η ευχή, σκέφτηκα, βαρέθηκα πια τους πολέμους και τα αίματα. Τωρινούς κι αλλοτινούς. Θέλω πια λίγο να ξεκουραστώ, να ξαποστάσει η ψυχή μου. Να γείρει η σκέψη μου σε μια ζεστή αγκαλιά, να νιώσω ασφαλής και να μην ακούω τίποτα, να μην σκέφτομαι τίποτα, να μην χρειάζεται να μιλάω για τίποτα. Κουράστηκα πια να είμαι η δυνατή, να μάχομαι διαρκώς, να είμαι άντρας και γυναίκα, πατέρας και μάνα. Βαρέθηκα να σκέφτομαι νυχθημερόν για όλα, να νοιάζομαι για όλα, να τα ρυθμίζω όλα. Θέλω να με τυλίξουν δυο χέρια δυνατά και να μου πουν «Κοιμήσου και μην σε νοιάζει τίποτα. Όλα θα πάνε καλά». Κι εγώ να κοιμηθώ. Και να μην δω κανένα όνειρο, ούτε καλό, ούτε κακό. Μόνο να κοιμηθώ. Κουράστηκα μ’ αυτόν τον πόλεμο. Χρειάζομαι δυο – τρεις μέρες για τον εαυτό μου. Να κουρνιάξω σε μια αγκαλιά. Να ξαποστάσω. Να αποδράσω…

Ovi_greece_1116_065a.gifΚάπως έτσι, κάτω από τέτοια διάθεση, ξεκίνησα να διαβάζω τον Ερωτευμένο Πολωνό της Μάρως Βαμβουνάκη. Χρόνια στη λίστα των αδιάβαστων στη βιβλιοθήκη μου, με έναν σωρό άλλους τίτλους να του κλέβουν πάντα τη σειρά και να τον παραχώνουν όλο και πιο κάτω στη ντάνα. Ξέρετε, με το διάβασμα των λογοτεχνικών βιβλίων συμβαίνει ένα παράξενο πράμα. Είτε πρέπει να βρίσκεσαι σε ανάλογη διάθεση όταν θα τα ξεκινήσεις, είτε τουλάχιστον σε διάθεση να τους παραδοθείς ολοκληρωτικά. Διαφορετικά, δεν δουλεύει το σύστημα. Και βέβαια, δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν βιβλία καλά, καλύτερα, μέτρια ή κακά. Ασφαλώς και διαχωρίζεται η ποιότητα των αναγνωσμάτων. Εκείνο όμως που κάνει τη μεγαλύτερη διαφορά, δεν είναι το ίδιο το ανάγνωσμα, αλλά το πώς προσλαμβάνεται από τον αναγνώστη. Το πώς θα αξιολογήσει και θα κρίνει αυτό που διαβάζει. Το κατά πόσο είναι πρόθυμος να χωθεί στις σελίδες του τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που το διαβάζει, να χαθεί μέσα τους, να δεθεί και να γίνει ένα μαζί τους, να ταυτιστεί, να αντισταθεί ή να απορρίψει τα γραφόμενα και τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα τον Ερωτευμένο Πολωνό. Κουρασμένη, απηυδισμένη, ταλαιπωρημένη από τις διαρκείς μάχες με την καθημερινότητα και τον παραλογισμό της, θλιμμένη και απογοητευμένη από ανθρώπους, συνεργάτες, άνδρες, από πολλούς και πολλά… Θα μου πείτε τώρα, μα ακόμα να μεγαλώσεις; Εκείνο που πληγώνει και απογοητεύει είναι μόνο οι προσδοκίες, ποτέ οι άνθρωποι και οι καταστάσεις γύρω από τις οποίες περιστρέφονται. Ακόμα να το μάθεις; Ίσως και να ‘χετε δίκιο, νομίζω όμως πως αν αποφασίσουμε να παραδοθούμε ολοκληρωτικά σε αυτό το μότο, θα πρέπει να σταματήσουμε να εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους κι ό,τι καινούριο μπαίνει στη ζωή μας. Κι εγώ νομίζω, πως δεν θέλω να το περάσω αυτό το ποτάμι και να βρεθώ στην απέναντι όχθη. Ίσως δεν είμαι ακόμα έτοιμη.

Έτσι λοιπόν, αποφάσισα να χωθώ κάτω απ’ το πάπλωμα και να χαθώ στις σελίδες του βιβλίου. Ταυτίστηκα με τη Ρωξάνη Δανηλάτου, τη διάσημη πρωταγωνίστρια του θεάτρου, την ηρωίδα της Μάρως Βαμβουνάκη, μια γυναίκα – αγωνίστρια, με συνέπεια, αυτοπειθαρχία, αυτοσυγκράτηση κι αξιοπρέπεια, που συνήθιζε να βάζει τις υποχρεώσεις της πάνω από τον εαυτό της. Κουράστηκα μαζί της, πένθησα μαζί της, έφτασα στα όριά της, έσπασα μαζί της τις κόκκινες γραμμές της και την ακολούθησα στο καμαρίνι της. Κράτησα με το χέρι της το μπουκαλάκι με τα χάπια, ώσπου ξύπνησα απότομα και σκέφτηκα… Ως εδώ, Ρωξάνη. Δεν σκοπεύω να φτάσω μαζί σου ως το τέρμα.

Να όμως, που ακριβώς εκείνη τη στιγμή, η πόρτα του καμαρινιού της άνοιξε, για να μπει στη ζωή της – στη ζωή και των δυο μας – ο Πολωνός Γιάτσεκ Γιαβόρσκι, μετανάστης γιατρός, που εργαζόταν στην Αθήνα σαν υδραυλικός. Ο Γιάτσεκ μπήκε στο καμαρίνι της Ρωξάνης αιφνίδια, απροετοίμαστα, αθόρυβα, απρόσκλητα, όπως ακριβώς συνηθίζει να μπαίνει ο έρωτας στις ζωές μας, από τις χαραμάδες τους, τη στιγμή που έχουμε πάψει να πιστεύουμε ότι μπορεί να ξαναεμφανιστεί, τη στιγμή που νομίζουμε ότι είμαστε έτοιμοι να υποταχθούμε άνευ όρων σε μια συνέχεια άχρωμη κι ανιαρή, επίπεδη και στρωτή, δίχως καρδιοχτύπια και έντονα συναισθήματα, σε μια ζωή ανούσια, περιμένοντας κάποτε τον θάνατο.

Σε μια τέτοια ακριβώς στιγμή μπήκε ο Γιάτσεκ στη ζωή της Ρωξάνης, την κράτησε απ’ το χέρι και την περπάτησε στις πιο επικίνδυνες και τις πιο σκοτεινές περιοχές της Αθήνας, πίσω απ΄ την Ομόνοια, στην πλατεία Βάθης, εκεί όπου βρίσκουν καταφύγιο μεθυσμένοι, τοξικομανείς και έμποροι ναρκωτικών, πόρνες και σωματέμπορες, εκεί όπου βρίσκουν να νοικιάσουν φθηνά δωμάτια, κορίτσια των μπαρ και φτωχοί μετανάστες. Εκεί, στο ένδοξο αθηναϊκό παρελθόν, με τις παλιές ακατοίκητες μονοκατοικίες, τα σκαλιστά κάγκελα στα μπαλκόνια και τις ξύλινες κλειδαμπαρωμένες πόρτες, εκεί την περπάτησε τη Ρωξάνη ο Γιάτσεκ. Βάδισαν πλάι – πλάι,  κάτω απ’ το ψιλόβροχο κι εκείνη πέρασε το χέρι της μέσα στο μπράτσο του κι αφέθηκε στη σιγουριά που της ενέπνευσε. Κι εγώ μαζί της. Αφέθηκα κι εγώ.

Δέκα νύχτες κοιμόταν στην αγκαλιά του η Ρωξάνη, στο φτωχικό μικρό του διαμέρισμα, χωρίς να την αγγίξει, χωρίς να κάνουν έρωτα. «Θέλω να κοιμηθώ», του ψιθύρισε την πρώτη νύχτα. «Να μου κρατάς το χέρι». Κι εκείνος της το υποσχέθηκε. Ξάπλωσε πίσω της και την κρατούσε αγκαλιά. Το αριστερό του χέρι τύλιγε τη μέση της, κρατώντας σταθερά το αριστερό της χέρι. Το σώμα του ακουμπούσε στην πλάτη της κι έπαιρνε ο ένας το σχήμα του άλλου, απλά κι αυθόρμητα, χωρίς προσπάθεια. Δέκα νύχτες πέρασαν έτσι, ώσπου η Ρωξάνη ένιωσε ότι συνάντησε «το καλούπι της ψυχής της, τη μήτρα της ψυχής της» κι απλά του παραδόθηκε. Είχε κοιτάξει τα μάτια του και δεν της χρειαζόταν τίποτε άλλο. Από μικρή έτσι κατέτασσε τους ανθρώπους, κοιτώντας τους στα μάτια. Εκείνος της ζήτησε να τον ακολουθήσει στη χώρα του κι εκείνη δέχθηκε χωρίς κανέναν δισταγμό. Έφυγε μαζί του, χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν. Ξεκίνησε μια καινούρια ζωή, σε μια χώρα μακρινή και άγνωστη, χωρίς ν’ αφήσει πίσω της ούτε ένα ίχνος. Για καιρό οι δικοί της έκαναν προσπάθειες να ανακαλύψουν κάποιο στοιχείο για την εξαφάνισή της. Δεν βρήκαν κανένα. Θεωρήθηκε αγνοούμενη και στη συνέχεια νεκρή.

Ακολούθησα κι εγώ για ένα διήμερο τις διαδρομές της Ρωξάνης. Όλες. Κι ύστερα εκείνη έφυγε στην Πολωνία με τον Γιάτσεκ κι εγώ έμεινα πίσω, να συνεχίσω τις μάχες μου. Μόνη μου.

Λίλιαν Μπαντάνη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s