Η εγχείριση επέτυχε – Ο ασθενής απεβίωσε

Κατά την τελευταία 10ετία – και με μεγαλύτερη έμφαση στην τελευταία 5ετία, αυτήν, της κρίσης – έχω κάνει άπειρες ενδοσκοπήσεις και απολογισμούς, ξεκινώντας από τα προσωπικά μου λάθη και επιλογές και ερευνώντας τα σε επίπεδο ολόκληρης γενιάς, της γενιάς μου.

Ovi_greece_1116_056a.gifΗ αλήθεια είναι, πως η γενιά μου – αυτή των σημερινών 50άρηδων – δεν έχει να επιδείξει τίποτα εξαιρετικά σημαντικό στην ιστορία του τόπου. Είμαστε μια…  διάμεσος, χωρίς ξεκάθαρα χαρακτηριστικά και προσωπική ταυτότητα, μια γενιά που πλανήθηκε για χρόνια μεταξύ της γενιάς του Πολυτεχνείου και της επόμενης γενιάς της δεκαετίας του ‘80, με αναφορές μάλλον περισσότερες στην πρώτη. Τελικά όμως, ούτε το ένα είμαστε, ούτε το άλλο. Θέλω να πω, ότι το να είσαι γεννημένος το ’67, σε κάνει μάλλον περισσότερο «ουρά» της γενιάς του Πολυτεχνείου – ουσιαστικά ατόμων μόλις και μετά βίας κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερα από σένα και τους συνομηλίκους σου – χωρίς όμως και να αισθάνεσαι ότι ανήκεις απόλυτα εκεί. Γιατί όταν εκείνοι – 20άρηδες στα μέσα της δεκαετίας του ’70 – ξεχύνονταν στην Πατησίων και αμπαρώνονταν στο Μετσόβιο, προσπαθώντας να ανακτήσουν τη χαμένη δημοκρατία, εσύ ήσουν ένα «σκατό» ούτε 10 ετών, που κανένας δεν του έδινε σημασία και που δεν γνώριζε καν την έννοια της δημοκρατίας ή ακόμα καλύτερα, δεν φανταζόταν καν τι σημαίνει να μην ζεις κάτω από δημοκρατικές συνθήκες. Επιπλέον – με εξαίρεση όσων επέβαλε το σχολείο και το κατηχητικό – ουδεμία άλλη σκιά της δικτατορίας που πλανιόταν πάνω από τα κεφάλια μας, γινόταν κατανοητή. Και ποιος, σε ηλικία 8 ετών, θα σκεφτόταν να συνδέσει με τον φασισμό, τον καθημερινό σχολικό έλεγχο που γινόταν για την κορδέλα, το λευκό γιακαδάκι με το δαντελωτό πλεγμένο με βελονάκι τελείωμα και τα καθαρά κοντοκομμένα νύχια;

Κάπου εκεί, γύρω στα 12 – 13, που αρχίσαμε να ξετσουμίζουμε απ’ το αυγό μας και να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας, η πολιτική κατάσταση στη χώρα είχε πια ομαλοποιηθεί και η δημοκρατία θεωρητικά αποκατασταθεί. Περιοριστήκαμε λοιπόν κι εμείς στα θετικά που κληρονομήσαμε από τους λίγο μεγαλύτερούς μας και τους δρόμους που εκείνοι χάραξαν και επαναπαυθήκαμε στα ροκ και τα μπλουζ τους, στον αλογόκριτο πλέον Θεοδωράκη και τον επαναστατημένο ακόμα τότε Σαββόπουλο, σε κάτι υπολείμματα από σπιτικά παρτάκια και στους ντροπαλούς εφηβικούς έρωτες που χαμήλωναν το βλέμμα, με το μάγουλο να ροδίζει στο κοίταγμά μας. Και όλα καλά. Κι ύστερα ήρθε… η κατάργηση της κορδέλας και της ποδιάς, οι ντίσκο, οι βάτες και η περμανάντ, οι πιστωτικές κάρτες και τα διακοποδάνεια. Κι αυτό το ονομάσαμε μέσα μας, δημοκρατία.

Από την άλλη πάλι, αν κουβεντιάσεις σήμερα με κάποιον που είναι γεννημένος το ’80, αισθάνεσαι σαν να σε χωρίζουν λόγγοι και βουνά, θάλασσες και ποτάμια, χαράδρες και αιώνες, ενώ στην πραγματικότητα δεν απέχεις χρονικά παρά λίγο περισσότερο από μια 10ετία. Δεκαετία πίσω, δεκαετία μπρος, εμείς όμως προτιμήσαμε να γίνουμε ουρά των προηγούμενων κι όχι μπροστάρηδες των επόμενων. Γιατί άραγε;

Τα τελευταία χρόνια, έχω αναρωτηθεί πολλές φορές ως προς αυτό και πάντα έχω καταλήξει να κατηγορήσω τη γενιά μου για όσα βιώνουμε σήμερα. Υπήρξαμε η γενιά που γεφύρωνε το «παλιό» με το «καινούριο», η πρώτη ουσιαστικά ελευθερωμένη γενιά που δεν γνώρισε πολέμους, στερήσεις, βασανιστήρια, λογοκρισίες και αγώνες. Υπήρξαμε η πρώτη μεταπολεμική – ούτε καν μεταπολιτευτική – γενιά, που στο μεγαλύτερο ποσοστό της μεγάλωσε απαλλαγμένη από τις σκοτούρες της φτώχειας, της πείνας, του κρύου και της επίλυσης άλλων συναφών βιοτικών αναγκών. Υπήρξαμε η γενιά που της χαρίστηκαν πλουσιοπάροχα εκπαιδευτικές και επαγγελματικές ευκαιρίες, όσες καμία προγενέστερή μας δεν γνώρισε. Υπήρξαμε η γενιά της άκρατης διασκέδασης και του νταχτιρντί, των ακριβών ρούχων και των πολυτελών αυτοκινήτων, της μεγάλης πίστας και των σκυλάδικων, της ροπής προς καθετί εύκολο, χωρίς σκληρό αγώνα, βαθειά σκέψη και έντονο προβληματισμό. Τελικά, υπήρξαμε η γενιά της ολίσθησης προς το ξέκωλο, τον χαφιεδισμό και το ρουφιανιλίκι. Εμείς, «τα παιδιά της δικτατορίας», η ουρά της γενιάς του Πολυτεχνείου, η γέφυρα ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, στο πριν και το μετά, εμείς που δεν γνωρίσαμε στερήσεις και πολέμους, εμείς… δεν κάναμε τίποτα, απολύτως τίποτα, ώστε τα παιδιά μας να μην παραλάβουν στα χέρια τους, τον κόσμο που θα τους παραδώσουμε.

Και όλα αυτά, με ένα και μοναδικό άλλοθι: την επιλογή που κάναμε να ανήκουμε στους τελευταίους, στους ηλικιακά μικρότερους, της γενιάς του Πολυτεχνείου. Αναλογιζόμενοι τώρα τις ευθύνες που φέρουμε, θα μπορούσαμε ίσως να ερμηνεύσουμε τους λόγους για τους οποίους, ως μεσήλικοι πολίτες, έχουμε περιέλθει στη δεινή κατάσταση που ποικιλοτρόπως βιώνει η χώρα μας.

Λίλιαν Μπαντάνη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s