Ρε φίλε, θα τρελαθούμε τελείως

Ανήκω στη γενιά εκείνη, που φόρεσε (και πέταξε) την ποδιά, έκανε καθημερινά πρωινή προσευχή στον αυλόγυρο του σχολείου, ύψωσε την ελληνική σημαία στις σχολικές γιορτές, έπαιξε σκετς με Κολοκοτρώνηδες και Μπουμπουλίνες, τραγούδησε Σοφία Βέμπο και «βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», κέντησε μαξιλαράκια στο μάθημα των Οικοκυρικών, πήγαινε στο Κατηχητικό τις Κυριακές – δεν πήγα ποτέ, με έσωζε η μελέτη του πιάνου, αλλά όλοι οι υπόλοιποι πήγαιναν – και έψαλε τροπάρια και κοντάκια. Τα αγόρια, στον σχολικό εκκλησιασμό, ντύνονταν παππαδάκια και τα κορίτσια, μυροφόρες στον Επιτάφιο.

ovi_greece_1116_048aΑνήκω στη γενιά εκείνη, που έτυχε να βρεθώ στο γύρισμα των καιρών από την καθαρεύουσα στη δημοτική και η παντόφλα εκσφενδονίστηκε από το απέναντι δωμάτιο, επειδή «ο παχύς, του παχύ» έγινε ξαφνικά «ο παχύς, του παχιού». Ανήκω στη γενιά του μεγάλου διλήμματος, μεταξύ του «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς βασιλεῦσι – ή νίκας τοις ευσεβέσι; – κατὰ βαρβάρων – ή κατ’ εναντίων; – δωρούμενος». Ανήκω στη γενιά, που έπρεπε να μάθει σε ένα απόγευμα το «Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια» για το μάθημα των Θρησκευτικών της επόμενης μέρας, σε ηλικία 8 ετών, και που έμαθε να επικαλείται το όνομα της Παναγίας σε κάθε δυσκολία.

Τέλος πάντων, ανήκω σε μια μεταβατική γενιά, από το παλιό στο καινούριο, από το παραδοσιακό στο εκμοντερνισμένο, από το ντόπιο στο «ολίγον ξενόφερτο», όπως θα έλεγε και η μάνα μου. Παρόλα αυτά, παρόλες τις αιφνίδιες – και συχνά βίαιες – αλλαγές, παρόλες τις αντιξοότητες, ποτέ δεν μπερδεύτηκα και δεν μπέρδεψα τίποτα. Στην πρωινή προσευχή, υπήρχε πάντα η Λουάνα, μια συμμαθήτριά μας που δεν συμμετείχε ποτέ στην καθιερωμένη πρωινή διαδικασία και που αργότερα μάθαμε ότι η οικογένειά της ανήκε στους μάρτυρες του Ιεχωβά. Ποτέ δεν την κοροϊδέψαμε, ούτε το γεγονός ότι δεν έκανε προσευχή, στάθηκε λόγος να μην την κάνουμε παρέα. Στις εθνικές επετείους, συνηθίσαμε να βγάζουμε σημαία στα μπαλκόνια και ποτέ κανένας δεν μας αποκάλεσε φασίστες γι αυτή μας τη συνήθεια. Στα χρόνια μου, ήταν το ίδιο τιμητικό να σηκώνεις την ελληνική σημαία, να χορεύεις παραδοσιακούς χορούς, να ντύνεσαι τσολιάς σε θεατρική παράσταση του σχολείου, με το να διοργανώνεις τη γιορτή του Πολυτεχνείου και να τραγουδάς «πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες», Λοΐζο, Θεοδωράκη και Σαββόπουλο.

Και τέλος πάντων, παρόλα αυτά, δεν θυμάμαι να μπερδεύτηκα ποτέ και να μπέρδεψα τίποτα! Πάντα ήξερα, τι τραγουδούσα, τι χόρευα, τι έψαλα και ειδικά μεγαλώνοντας, ήταν επιλογή μου, το τι κράτησα και τι πέταξα! Ώσπου ήρθε η τελευταία 5ετία, που για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να αμφισβητούνται τα πάντα γύρω μου. Όποιος έβγαζε σημαία στο μπαλκόνι, ήταν «φασίστας ή χρυσαυγίτης» κι όποιος δεν έβγαζε, ήταν «κουμμούνι». Μάλιστα, «κου», όχι «κο», γιατί έτσι λανθασμένα συνήθιζε να αποκαλεί τους κομμουνιστές η προηγούμενη γενιά. Και χρυσαυγίτης; Από πού κι ως πού; από πότε αυτός που έβγαζε την ελληνική σημαία στο μπαλκόνι του, την παραμονή της 28ης Οκτωβρίου ή της 25ης Μαρτίου, θεωρούνταν χρυσαυγίτης; Συγνώμη, αλλά όταν σήκωσα για πρώτη φορά τη σημαία στα χέρια μου, σε ηλικία 12 ετών, μοναδικός μου εχθρός σ’ εκείνη την παρέλαση ήταν η… καταρρακτώδης βροχή, εξαιτίας της οποίας αναβλήθηκε η παρέλαση κι εγώ έμεινα στο σπίτι να κλαίω αγκαλιά με τη γαλανόλευκη! Από πού κι ως πού μου προέκυψαν στα 50 μου οι χρυσαυγίτες και ποιοι ήταν αυτοί που με εξομοίωναν μ’ εκείνους, επειδή έβγαζα σημαία στο μπαλκόνι μου;

Μάλιστα, σας μιλώ για τις εποχές προ 5ετίας – επειδή η μνήμη μας έχει καταντήσει κοντή και επιλεκτική – στις αρχές ακόμα της κρίσης, όταν οι νυν κυβερνώντες – πρώην αντιπολιτευτικοί – ήταν ακόμα «αριστεροί». Και ποιος είπε ότι όλοι οι αριστεροί είναι άπιστοι; Ποιος καθόρισε, ότι δεν πηγαίνουν στην εκκλησία και δεν επικαλούνται στα δύσκολα την Παναγία, όπως κι εγώ; Κάθε αριστερός και άπιστος. Κάθε φιλόπατρις και εθνικιστής. Κάθε σύμβολο και φασιστικό. Καθετί παραδοσιακό και παρωχημένο. Κάθε κομμουνιστής και φονιάς. Θα ‘βγαιναν οι αριστεροί και θα ‘μπαιναν στα σπίτια μας, να μας βιάζουν και να μας κόβουν τον λαιμό με κονσερβοκούτια. Θα πηγαίναμε στην Ανάσταση και θα χαρακτηριζόμασταν «κασιδιάρηδες».

Ε, ποιος τα ‘λεγε αυτά; Δεν τα ‘λεγα εγώ. Ούτε η φίλη μου η Μαρία, ούτε ο φίλος μου ο Ανδρέας. Άλλοι τα έλεγαν κι εμείς για καιρό κλυδωνιζόμασταν, λες κι είχαμε φάει σφαλιάρα, λες και ό,τι είχαμε μάθει ως τώρα στη ζωή μας, έπρεπε να το ακυρώσουμε, να του βάλουμε ένα Χ, για να μην μας χαρακτηρίσουν «κουμμούνια», «φασίστες», «εθνικιστές», «θρησκόληπτους» ή «άπιστους».

Κι ήρθε πάλι το γύρισμα των καιρών κι άλλαξαν τα πράματα. «Δεξιοί» κι «αριστεροί», να ψάλλουν δίπλα – δίπλα Τῇ ὑπερμάχῷ, σαν δεξιός και αριστερός ψάλτης, που κρατάνε το «ίσο» στο παράλογο της ζωής μας, άλλοτε σε ογδόη και άλλοτε σε πέμπτη ή σε τετάρτη. Αυτοί οι ίδιοι, που πριν λίγο καιρό ήταν έτοιμοι να μας χλευάσουν, να μας στιγματίσουν, να μας κρεμάσουν ταμπελίτσες, για όσα μάθαμε σε όλη μας τη ζωή, για τα αυτονόητα. Δίπλα – δίπλα, ρε φίλε, με θεατρινισμό κορασίδων του παρθεναγωγείου, από κει που λίγο καιρό πριν, κόντεψαν να μας τρελάνουν με τα ηλίθια στεγανά των κοντόφθαλμων μυαλών τους.

Ε μα, θα τρελαθούμε τελείως! Είναι τώρα να μην πεις «βόηθα Παναγιά» και να μην ψάλλεις ό,τι τροπάριο ξέρεις και δεν ξέρεις; «Καμιά ελπίδα στον ορίζοντα», όπως έγραψε και ένα φιλαράκι μου! Μα καμία όμως!!!

 

Λίλιαν Μπαντάνη     

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s