Να δεις που κάποτε θα μας πούνε και…

Πρόσφατα τέλειωσα ένα καταπληκτικό βιβλίο του Φίλιπ Ντικ. Δε θέλω να αναφερθώ στο βιβλίο όσο στον ίδιο, γιατί διαβάζοντας ήθελα όλο και περισσότερο να μάθω τα πάντα γι αυτόν. Κι ένιωσα δέος. Δέος για έναν άνθρωπο που ωμά, απλά και ξεκάθαρα δήλωνε την οργή του για τα όσα άσχημα συμβαίνουν στον άνθρωπο. Για την ανθρωπιά του που τον σκότωσε γιατί ο κόσμος δεν του ταίριαζε, γιατί δεν ήθελε να ξυπνάει κάθε πρωί και να περνάει όλη τη μέρα του πίσω από ένα γκισέ. Για το ότι ζούσε με ζωοτροφές γιατί δεν ήθελε να συμβιβαστεί με αυτό τον κόσμο. Μετά σκεφτόμουν ότι αν μου προκαλεί δέος ο άνθρωπος που λέει ανοιχτά το προφανές και δεν προσπαθεί να αφομοιωθεί από την κατάσταση, τότε κάτι δεν πάει καλά.

Ύστερα το μυαλό μου πέταξε σε κάποιον άλλο. Κάποιον που έχουμε ξεχάσει. Έναν πιτσιρίκο που λίγα χρόνια πριν στάθηκε ολομόναχος μπροστά στο τέρας της Ελληνικής Πραγματικότητας, έτοιμος να πεθάνει για αυτά που πίστεψε πιο πολύ. Το Νίκο Ρωμανό. Κι ύστερα πάλι το μυαλό μου άρχισε να κάνει βόλτες και θυμήθηκα πολλούς κι ένα «σύντροφοι και συντρόφισσες» του Καμμένου που άκουσα/ διάβασα πριν λίγες μέρες και κάποιους να σκάνε στα γέλια. Κι όση ανθρωπιά έχει μείνει στην Ελλάδα την έχουν αυτοί που δεν έχουν τίποτα πια. Και κάτι δεν πάει καθόλου καλά όταν το τέρας της Ελληνικής Πραγματικότητας ποδοπατάει τα κεφάλια μας κι εμείς τα παίρνουμε όλα στην πλάκα.

Ναι, είναι το χιούμορ ένας τρόπος να τα βγάλεις πέρα. Μα όταν χρησιμοποιείς μόνο το χιούμορ για να επιβιώσεις, τότε παραδέχεσαι ότι δεν αλλάζει τίποτα. Και δεν ξέρω αν τελικά είναι χειρότερο το ότι δεν αλλάζει τίποτα, ή το ότι το έχουμε πιστέψει. Γιατί όσες φορές άλλαξε ο κόσμος, άλλαξε από ανθρώπους τόσο τρελούς κι οργισμένους, που βγήκαν μπροστά και δέχτηκαν να πεθάνουν για όσα άξιζαν, χωρίς να μοιράζουν φατσούλες στα social media δηλώνοντας εικονική αγανάκτηση κι επιστρέφοντας στον καναπέ να δουν το τελευταίο ταινιάκι από τα τορεντάδικα. Άλλαξαν τον κόσμο χωρίς να ανοίξουν κεφάλια, χωρίς να τάξουν σε κανέναν τίποτα. Κι εμείς; Πάντα στημένοι στις οθόνες μας, σφηνωμένοι στον καναπέ μας,  ταϊζουμε το τέρας των αντιθέσεων, της μούφας και του ντεμέκ. Κάποιοι αφήσαν τα αποτυπώματα και τις γρατζουνιές τους σ’ αυτόν τον κόσμο, φεύγοντας. Εμείς, θα φύγουμε αθόρυβα αφήνοντας μια βουλιαξιά στον καναπέ.

Ovi_greece_1016_085a.gif

Σκεφτόμαστε ένα μέλλον σ’ ένα κάποτε με μόνο όπλο μια βαριεστημένη ελπίδα και μια πεποίθηση ότι όλα θα πάνε καλά, γιατί είμαστε Έλληνες και ζούμε στη χώρα που έχει πάντα ήλιο. Μα ζούμε εκτός τόπου και χρόνου. Έχουμε ξεχάσει τις λέξεις, έχουμε κάνει αλήθεια τα ψέματα, έχουμε κλείσει τα μάτια, έχουμε σκύψει το κεφάλι, έχουμε χώσει τα πάντα κάτω από το χαλί μαζί με τη σκόνη που κατακάθισε στα κεφάλια μας και τα παίρνουμε όλα στην πλάκα. Και ξέρω ότι φτάσαμε (αφεθήκαμε να φτάσουμε) σ’ ένα σημείο που πλέον μας νοιάζουν τα βασικά- το φαγητό στο σπίτι, το ρεύμα, το ιντερνέτ, το σχολείο και ο γιατρός (αχρείαστος να ‘ναι), και δεν υπάρχει χρόνος (;), χώρος (;), δύναμη (;) για κάτι παραπάνω.

Μα για να αλλάξει κάτι πρέπει να τρελαθούμε από οργή. Να γίνουμε κι εμείς τρελοί και να αυλακώσουμε τον τόπο με τα νύχια μας.

Ακόμα όμως είμαστε απλά μαλάκες.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s