Ένα τσιγάρο ειδήσεις

Δεν παίρνω δόσεις ελληνικού ραδιοφώνου και ιντερνετικών νέων και …είμαι καλά. Δεν κάνω καθόλου πλάκα και δεν θέλω να ειρωνευτώ κανέναν ή κάτι. Είμαι καλά και το εννοώ. Απόδειξη, ότι έχω ελαττώσει ακόμα και το τσιγάρο!!! Εδώ κολλάνε τα τρία θαυμαστικά.

Δυστυχώς καπνίζω από πολύ νέος, από την απίθανη ηλικία των δεκαπέντε, αλλά πριν βγάλετε συμπεράσματα, σας βεβαιώνω ότι για τη γενιά μου εξαίρεση ήταν εκείνοι που δεν κάπνιζαν από τα δεκαπέντε. Κάποια στιγμή, πριν από αρκετά χρόνια, έφτασα να καπνίζω τρία πακέτα την ημέρα. Αλλά πριν φτάσω στα τρία πακέτα, θα μου επιτρέψετε να σας πω μια πολύ προσωπική μου ιστορία, γνωστή σε όλους τους στενούς μου ανθρώπους.

Ovi_greece_1016_079a.gif

Η σχέση μου με τον πατέρα μου ήταν τέτοια, που μου επέτρεπε να δοκιμάζω πολλές φορές τις αντοχές της και τις αντοχές του. Έτσι, στην αρχή κάπνιζα κρυφά με συμμαθητές στις τουαλέτες του σχολείου, στο πάρκο δίπλα στο γυμνάσιο ή στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι και φυσικά όταν βγαίναμε έξω με άλλους συμμαθητές συνκαπνιστές. Να σας πω την αλήθεια, τώρα που το σκέφτομαι, αναρωτιέμαι πώς τα καταφέρναμε να περπατάμε ίσια ή να στεκόμαστε όρθιοι μετά από δυο τσιγάρα, το ένα μετά το άλλο, σε ένα πεντάλεπτο που κράταγε το διάλλειμα ή με μισό πακέτο άφιλτρα, στη μισή ώρα που μας έπαιρνε για να πάμε στα σπίτια μας. Αν το κάνω τώρα, θα λιποθυμήσω μόνο από τη ναυτία που θα νιώσω, με όλη αυτή τη νικοτίνη να καλπάζει στις φλέβες μου.

Μετά όμως μασάγαμε τσίχλα, σαν αγελάδες, για να μη μυρίζουμε. Έτσι πιστεύαμε, που εδώ είχαμε ένα φίλο που δεν κάπνιζε αποδεδειγμένα και θύμα καζούρας από εμάς τους έξυπνους, και η μάνα του πάντα παραπονιόταν ότι βρωμάνε τα ρούχα του τσιγαρίλα. Αλλά εμείς όταν τραβάγαμε αναπνοή, τσίχλα μυρίζαμε. Τέλος πάντων.

Όπως έγραψα και παραπάνω, με τον πατέρα μου είχα μια σχέση από αυτές που υποτίθεται ότι συζητάς τα πάντα, συν τη δική μου μανία να δοκιμάζω πάντα πόσο μακριά πήγαινε αυτό το πάντα. Έτσι αποφάσισα ότι με έναν τέτοιο πατέρα, που σημειωτέον κάπνιζε, δεν υπήρχε λόγος να κρύβομαι. Πέρα από αυτό, γιατί να μην απολαμβάνω κι εγώ ένα τσιγαράκι με τον πρωινό καφέ ή μετά το δείπνο; Αυτή ήταν η λογική μου. Έτσι μια Κυριακή απόγευμα και μετά τη βόλτα με φίλους, μπήκα στο σπίτι με το τσιγάρο στο χέρι. Δεκαπέντε χρονών.

Ο πατέρας μου, όπως οι περισσότεροι πατεράδες, με ήξερε πολύ καλά. Με κοίταξε πάνω από την εφημερίδα που διάβαζε, είπε ένα απλό «καλησπέρα» και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του. Εγώ θρασύτατος, τράβηξα μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο και το έσβησα στο τασάκι που ήταν δίπλα του. Σημειωτέον – και το θυμάμαι ακόμα και σήμερα – το υπόλοιπο βράδυ μέχρι και την επόμενη το πρωί στο πρώτο διάλειμμα δεν κάπνισα άλλο τσιγάρο, παρόλο ότι είχα κάνει την «επανάστασή» μου κι ένιωθα νικητής και τροπαιούχος.

Ο πατέρας μου παράλληλα, σωστά είχε αποφασίσει να μην ξεκινήσει καμία συζήτηση εκείνη την στιγμή, γιατί ήξερε ότι για μέρες προετοιμαζόμουν για εκείνη ακριβώς την επανάσταση, έχοντας αναλύσει και το παραμικρό επιχείρημα που μπορούσε να αναφέρει κι έχοντας βέβαια στη φαρέτρα μου το ισχυρότερο, ότι κι αυτός καπνίζει. Έτσι ο πατέρας μου αποφάσισε αυτόματα, ότι δεν άξιζε τον κόπο ο πονοκέφαλος που θα αποκτούσε μετά.

Πέρασε η Δευτέρα, η Τρίτη και καμία κουβέντα. Εγώ άναβα τσιγάρο μέσα στο σπίτι, μόνο όταν τον έβλεπα να παίρνει την εφημερίδα του και να κάθεται στην πολυθρόνα του με το τσιγάρο του και τον καφέ του. Είχα απλώσει ζωνάρι και περίμενα τη συζήτηση που μου χρωστούσε. Άδικα είχα κάνει τόση προετοιμασία; Ο πατέρας μου τίποτα, δεν τσίμπαγε με τίποτα. Ώσπου ήρθε η Τετάρτη. Έτυχε τις Τετάρτες να τελειώνω κι εγώ νωρίτερα και μπαίνοντας στο σπίτι τον βρήκα να κάθεται στο τραπέζι της τραπεζαρίας με ένα μεγάλο λευκό κουτί μπροστά του.

Παρενθετικά τώρα, μιλάμε για αρχές της δεκαετίας του ’70 και μόλις έχουν εμφανιστεί ευρύτερα τα Lacoste, όπου Lacoste ήταν ό,τι πιο κουλ της εποχής, σε ανέβαζε κοινωνικά, σου έβγαζε γκόμενα κι αν ήθελες σου έριχνε στα γρήγορα και ένα ξύρισμα. Μιλάμε για την απόλυτη επιθυμία κάθε δεκαπεντάχρονου, είχε δεν είχε τρίχες για να ξυρίσει. Ο υποφαινόμενος δεν αποτελούσε εξαίρεση.

Η περιέργεια λοιπόν νίκησε και πήγα στην τραπεζαρία να δω τι έχει το κουτί που είχε μπροστά του ο πατέρας μου. Ο πατέρας μου χωρίς να πει πολλά, άνοιξε το κουτί κι έβγαλε από μέσα ένα ολοκαίνουργιο μπλε Lacoste κοντομάνικο. Στο νούμερό μου και είμαι σίγουρος ότι είδα το κροκοδειλάκι να μου χαμογελάει. Έτσι, έκανα την κίνηση να απλώσω τα χέρια μου. Μου τα έκοψε επί τόπου. Τράβηξε το μπλουζάκι απότομα πίσω και μου είπε, «κάτσε». Κάθισα.

«Για το τι κάνει το τσιγάρο στην υγεία σου δεν θα σου πω κουβέντα, γιατί φαντάζομαι ότι, αφενός στο έχουν πει στο σχολείο, αφετέρου έξυπνος είσαι, εφημερίδες και περιοδικά διαβάζεις, άρα θα θεωρήσω δεδομένο ότι ξέρεις. Την ίδια στιγμή, επειδή εγώ σου δίνω κάθε βδομάδα το χαρτζιλίκι σου και ξέρω ποσά λεφτά έχεις στην τσέπη σου, ξέρω ότι δεν φτάνουν για να αγοράζεις κι ένα πακέτο τσιγάρα κάθε δεύτερη μέρα.» Εγώ σιωπή. Κοίταζα μια τον πατέρα μου και μια το κροκοδειλάκι, πιστεύοντας ότι θα φάω το κήρυγμα, αλλά …μετά ποιος με πιάνει με το κροκοδειλάκι στο πέτο. Είχα αρχίσει ήδη να το φαντάζομαι και να με βλέπω να το φοράω και να μιλάω με κορίτσια.

«Γι’ αυτό λοιπόν,» συνέχισε ο πατέρας μου, «αποφάσισα να σου αυξήσω το χαρτζιλίκι, γιατί αν δεν το κάνω, από κάπου θα πρέπει να βρεις τα λεφτά να αγοράζεις τα τσιγάρα σου και δεν θέλω να κάνεις καμιά βλακεία.» Εκεί πήρε μια βαθιά ανάσα και έβγαλε τον αναπτήρα του από την τσέπη του. Εγώ νόμιζα ότι θα μου προσφέρει τσιγάρο, ο πατέρας μου όμως δεν έβγαλε και το πακέτο. Απεναντίας σήκωσε το μπλουζάκι, το Lacoste μπλουζάκι και του …έβαλε φωτιά!

«Εγώ δεν θα σου ορίσω πόσο θα καπνίζεις, αλλά κι εσύ πρέπει να καταλάβεις ότι αυτή η αύξηση δεν θα είναι απεριόριστη και ανάλογα με τα δικά σου κέφια και θέλω. Απεναντίας, θα αφαιρεθεί από άλλα πράγματα που θα μπορούσες να έχεις. Έτσι λοιπόν, αν ήθελες να έχεις ένα-δυο ή και τρία Lacoste, τώρα θα έχεις ένα βουναλάκι από στάχτη, γιατί με το τσιγάρο αυτό κάνεις με τα λεφτά σου. Συνδύασέ το με αυτά που ξέρεις για το τι κάνει στην υγεία σου και βγάλε μόνος σου τα συμπεράσματα και τις αποφάσεις σου.» Και δεν είπε τίποτε άλλο. Εγώ συνέχισα να καπνίζω και να επιθυμώ μπλε Lacoste μιας και το πρώτο μου Lacoste είχε γίνει στάχτη.

Κάποια στιγμή πλησιάζοντας τα τριάντα, έκανα το εξής μέχρι τότε ασύλληπτο, ζήτησα προστάτζα από τη δουλειά μου. Ένα μικρό ποσό, αλλά δεν το είχα ξανακάνει και αισθάνθηκα παράξενα ζητώντας προκαταβολή από τον επόμενο μήνα, δεδομένου ότι ο μισθός μου ήταν σχετικά καλός και μάλιστα πολύ μεγαλύτερος από άλλων που ζούσαν ολόκληρες οικογένειες με τα ίδια ή και λιγότερα λεφτά.

Έτσι αποφάσισα να κάνω μια αποτίμηση του τι ξοδεύω, μπας και καταλάβω πώς είχα φτάσει στο σημείο να ζητήσω προκαταβολή και σημαντικό, έχοντας να αγοράσω οτιδήποτε από ρούχο ή ηλεκτρονικό ή κάτι για το σπίτι, μήνες. Συν ότι επειδή μου αρέσει να μαγειρεύω, δεν είμαι ακριβώς ο τύπος του φαστφουντάδικου ή του ντελίβερι. Μου πήρε δυο μέρες να καταλάβω τι συμβαίνει και για την ακρίβεια μια επίσκεψη στο σουπερμάρκετ. Παρενθετικά εδώ, ζούσα στη Βρετανία και από τότε τα περισσότερα σουπερμάρκετ στη Βρετανία πουλούσαν και τσιγάρα. Έτσι, κάθε φορά που πήγαινα στο σουπερμάρκετ, έπαιρνα και δυο τρία πακέτα. Έχοντας πληρώσει – και μέσα στο συνειδητό, ας ελέγξουμε τι έχω πληρώσει – ανακάλυψα ότι το κόστος των τσιγάρων μου ήταν σχεδόν ίσο με το κόστος όσων άλλων πράγματων είχα αγοράσει, για να περάσω σχεδόν μια βδομάδα.Με μια μικρή διαφορά, τα τσιγάρα ίσα που με φτάνανε για δυο μέρες. Στην ουσία, μετά από δυο μέρες θα πλήρωνα πάλι το φαγητό μιας εβδομάδος,, για να φτιάξω στάχτη. Σε μια βδομάδα μόνο, με αυτά που ξόδευα για τσιγάρα σε μια βδομάδα, θα μπορούσα να καλύψω το φαγητό του μήνα και στη δεύτερη βδομάδα, θα μπορούσα να καλύψω το παμπ και μια έξοδο. Στο τέλος του μήνα, αναμφίβολα δεν θα χρειαζόμουν προκαταβολή και ποιος ξέρει, ίσως μετά από δυο μήνες, να είχα και κάποια λεφτά στο λογαριασμό μου, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Μέχρι το μπλε και το κόκκινο και το πράσινο Lacoste θα μπορούσα να αγοράσω.

Μια στιγμή, μη βιάζεστε, δεν κάνω κήρυγμα κατά του τσιγάρου, σας περιγράφω μια πραγματική ιστορία από τη ζωή μου, που έχει τσιγάρο μέσα της.

Η μια σκέψη έφερε την άλλη και τελικά κατέληξα στη βασική ερώτηση, γιατί καπνίζω. Συνειδητοποίησα ότι καπνίζω όταν είμαι νευρικός, αλλά και όταν είμαι ήρεμος. Καπνίζω όταν είμαι χαρούμενος, αλλά κι όταν είμαι στεναχωρημένος. Καπνίζω όταν πεινάω και μόλις έχω φάει. Καπνίζω όταν πίνω κι όταν δεν πίνω, όταν αγχώνομαι κι όταν αποζητώ την ησυχία μου, όταν χαλαρώνω κι όταν φορτώνω, γενικά καπνίζω συνέχεια και για οποιονδήποτε λόγο, όσο συγκρουόμενοι κι αν είναι αυτοί οι λόγοι, σε σημείο που να μην μπορούν να γίνουν δικαιολογία. Ουσιαστικά τα πάντα είχαν γίνει δικαιολογία για ένα τσιγάρο, με αποτέλεσμα να ξεπερνάω το δυο πακέτα την ημέρα και …να μην το απολαμβάνω. Ήταν σαν τότε στο σχολείο, που καπνίζαμε μισό πακέτο από το γυμνάσιο μέχρι το σπίτι και παρόλο που μας προκαλούσε ναυτία και ενοχλούσε το άδειο στομάχι μας, το κάναμε γιατί …γιατί δεν υπήρχε καμία λογική απάντηση.

Την ίδια περίοδο έτυχε να αλλάξω τη στάση μου στο ποτό. Αφορμή δόθηκε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Στα είκοσί σου πίνεις για να πιεις κι αυτό που σε ενδιαφέρει, είναι πόσο μπορείς να πιεις με τα λεφτά που έχεις στην τσέπη σου. Έτσι, τις περισσότερες φορές πίνεις ό,τι σου δώσουν, αρκεί να είναι φθηνό κι όταν αγοράζεις κρασί, το κρίνεις από την τιμή του κι όχι από την ποιότητά του. Ένα βράδυ όμως, έτυχε να βρεθώ με μια περίεργη παρέα, όχι ακριβώς λεφτάδων, αλλά σαφώς με καλή γεύση στο κρασί και δοκίμασα ένα καταπληκτικό γαλλικό κόκκινο κρασί, που… δεν θυμάμαι λεπτομέρειες. Δεν πρέπει να ήπια περισσότερο από δυο ποτήρια κι αυτό γιατί ήμουν περισσότερο αφοσιωμένος στη συζήτηση που γινόταν γύρω μου, παρά στο ποτήρι μου. Μετά από κάποιο σημείο όμως, άρχισα να παρατηρώ και το κρασί. Σιγοπίνωντάς το, άρχισα να νιώθω τη γεύση του, σε σημείο να καταλαβαίνω τη μακρινή γεύση φρούτων στο άρωμά του και σε κάποια τελείως σουρεαλιστική κατάσταση, ένας κύριος μεγάλος σε ηλικία που καθόταν δίπλα μου, είπε χαμογελώντας, «η ποιότητα είναι πιο σημαντική από την ποσότητα, έτσι δεν είναι;»

Την επομένη, ένιωθα ακόμα στον ουρανίσκο μου την απαλή γεύση του κρασιού και έχοντας σημειώσει το όνομά του, το έψαξα για να ανακαλύψω ότι ένα μπουκάλι από αυτό το κόκκινο γαλλικό κρασί στοίχιζε όσο το ένα τρίτο από το ενοίκιο που πλήρωνα. Σοκ και αυτά δεν είναι για μας και άλλα τέτοια. Μέχρι που μετά από λίγο καιρό, θέλοντας να εντυπωσιάσω την τότε σύντροφό μου, πήρα ένα μπουκάλι. Και το ήπιαμε με το φαγητό που είχα μαγειρέψει και μετά το κρατήσαμε στα ποτήρια μας ακούγοντας τζαζ και παρακολουθώντας μέσα από το σκοτεινό δωμάτιο τον δρόμο από το μεγάλο παράθυρο στο καθιστικό μου. Και δεν ήταν η μουσική, το φαγητό ή η ομίχλη, ήταν η γεύση του κρασιού που έμεινε από εκείνο το βράδυ. Κι από εκείνο το βράδυ, ένιωσα τη σημασία που έχει η ποιότητα σε σχέση με την ποσότητα και σας βεβαιώ, ότι το έχω κρατήσει για όλη μου τη ζωή από τότε. Προτιμώ ένα ποτήρι καλό μπέρμπον, από μια μπουκάλια φθηνό ουίσκι και σίγουρα ένα ποτήρι καλό κρασί με συγκινεί πολύ περισσότερο, από βαρέλια σπιτικό. Γιατί λοιπόν δεν μπορούσα να κάνω το ίδιο με το τσιγάρο; Ξέχωρα από τα λεφτά που χάλαγα και που κόντευαν να φτάσουν την υπερβολή, είχα χάσει πια και την απόλαυση του τσιγάρου. Η κίνηση να πιάσω ένα τσιγάρο και να το ανάψω είχε γίνει αυτόματη και χωρίς κανένα νόημα. Τότε γιατί κάπνιζα αν δεν το απολάμβανα και μάλιστα δεν το απολάμβανα συνειδητά;

Το τσιγάρο όπως και το αλκοόλ είναι μια πολυτέλεια. Το νερό είναι ανάγκη, ο αέρας είναι ανάγκη, το φαγητό είναι ανάγκη, το τσιγάρο και το αλκοόλ δεν είναι. Είναι μια πολυτέλεια που επιτρέπουμε στον εαυτό μας και που εγώ καπνίζοντας, έτσι όπως κάπνιζα, την είχα ευτελίσει σε τέτοιο σημείο, που δεν ήταν καν απόλαυση. Και μάλιστα το είχα κάνει επιβαρύνοντας τον εαυτό μου οικονομικά και σωματικά. Όχι μόνο επιβαρύνοντας, αλλά και στερώντας από τον εαυτό μου μικρές απολαύσεις τις καθημερινότητας, συμπεριλαμβανομένου και ενός τσιγάρου.

Ναι, δεν υπάρχει κάτι πιο όμορφο από ένα τσιγάρο με τον πρωινό καφέ ή μετά από ένα καλό δείπνο, αλλά για μένα είχαν χάσει την αξία τους και είχαν παραμείνει σαν απολαύσεις που κάποτε είχα γνωρίσει. Το πρωινό τσιγάρο και το τσιγάρο μετά το δείπνο, ήταν ακόμα ένα τσιγάρο σε μια αλυσίδα τσιγάρων. Έτσι το ελάττωσα. Έφτασα σύντομα το ένα πακέτο την ημέρα και δεν ξαναπήρα προκαταβολή. Το πιο σημαντικό που παρατήρησα, ήταν ότι σταμάτησαν οι πονοκέφαλοι. Μετά μετακόμισα στη Σκανδιναβία.

Στη Σκανδιναβία τα πράγματα σε σχέση με το τσιγάρο ήταν λίγο πιο αυστηρά. Απαγορευόταν το κάπνισμα σε όλους τους κλειστούς χώρους. Και ναι, υπήρχαν νόμοι για τους δημόσιους κλειστούς χώρους, αλλά για τους ιδιωτικούς δεν ήταν οι νόμοι που σε σταματούσαν, αλλά η ανάγκη. Τα σπίτια κλείνουν για το χειμώνα στις αρχές Οκτωβρίου και ξανανοίγουν στα τέλη Απριλίου, Μαϊου. Με -30 βαθμούς δεν μπορείς να ανοίξεις το παράθυρο μια στιγμούλα, για να φύγει η κάπνα. Εδώ οι άνθρωποι δεν τηγανίζουν για να μη μυρίζουν τα σπίτια τους, πού να καπνίζουν κιόλας. Έτσι, για εννιά μήνες περίπου το χρόνο, για να καπνίσεις πρέπει να βγεις έξω στους -30! Μέσα σε δυο μήνες το ένα πακέτο είχε γίνει δέκα τσιγάρα τη μέρα. Για να μην τρελαθείτε, σας πληροφορώ ότι δεν έγινα αντικαπνιστής, αλλά άρχισα να το απολαμβάνω και να το εκτιμώ περισσότερο. Τώρα πραγματικά ένιωθα το πρωινό τσιγάρο κι αυτό μετά από ένα καλό δείπνο. Και δεν είχε να κάνει με το κρύο ή τη ζέστη. αλλά με τη λογική ότι απολάμβανα μια τελείως προσωπική πολυτέλεια.

Αυτό συνεχίζεται όλα αυτά τα χρόνια που βρίσκομαι στη Σκανδιναβία, μέχρι …μέχρι που πριν από μερικούς μήνες και μπροστά σε μια περιπέτεια υγείας, όταν ο γιατρός με ρώτησε πόσα τσιγάρα καπνίζω την ημέρα και με μένα έτοιμο να απαντήσω δέκα το πολύ, συνειδητοποίησα ότι όχι, δεν καπνίζω δέκα το πολύ, έχω φτάσει το ένα πακέτο την ημέρα. Κι αυτό παρόλες τις απαγορεύσεις και το κρύο στο μπαλκόνι. Ακολούθησε μια επέμβαση και μια μετεγχειρητική περίοδος που με κράτησε μακριά από το ένα πακέτο την ημέρα κι όταν πια είχα συνέλθει τελείως, προσπάθησα να καταλάβω τι είχε αλλάξει πάλι.

Δεν ήταν ότι με τρόμαξαν οι γιατροί – δεν το έχουν καταφέρει ούτε στο παρελθόν, κάτω από πιο δύσκολες συνθήκες, γιατί έχω αναπτύξει μια ολόκληρη θεωρία ως προς το γιατί εγώ συνεχίζω να καπνίζω, που έχει σχέση και με τον αριθμό τσιγάρων που κάνω μέσα στην ημέρα. Από τις πρώτες μέρες, έχοντας από καιρό συνειδητοποιήσει ότι με βάζουν σε μια περίεργη ψυχολογική ένταση και πίεση, έκοψα το ελληνικό ραδιόφωνο και την ενημέρωση από το ελληνικό ιντερνέτ. Χρόνια τώρα, είμαι από αυτούς που συχνά γράφουν για την παραπληροφόρηση, εσκεμμένη παραπλάνηση, συχνά ψέμα, που μεταφέρουν τα ελληνικά ΜΜΕ. Κι όταν λέω από χρόνια, εννοώ ήδη από τη δεκαετία του ’80. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια, αυτό έχει φτάσει σε ακραία σημεία. Ειδικά με όπλο το ιντερνέτ και συχνά την ανωνυμία που προσφέρει ή που κάποιοι νομίζουν ότι προσφέρει. Ακούς δελτίο ειδήσεων και νομίζεις ότι θα γίνει πόλεμος από στιγμή σε στιγμή, απλά δεν ξέρεις με ποιον θα είναι. Με την Τουρκία θα είναι, με τη Γερμανία θα είναι, με τους Αμερικάνους ή με τους Ρώσους; Αποτέλεσμα; Να κοντεύουν να σε τρελάνουν. Και αυτό σε κάποιον που έχει πρόσβαση στις ειδήσεις, στις πραγματικές ειδήσεις. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν μόνιμα με τη σκέψη να γράψω κάτι σε κάποιον, να πάρω τηλέφωνο το τάδε πρόγραμμα ή να κάνω κάτι τέλος πάντων, γιατί αυτοί όχι απλά λένε ψέματα, αλλά και παρασύρουν τον κόσμο με τη λάθος πληροφόρηση. Και κάπνιζα! Έκανα το λάθος που υποδείκνυα στους άλλους να μην κάνουν. Δεν άλλαζα κανάλι, αλλά μαζοχιστικά συνέχιζα να ακούω αυτό που εν γνώσει μου με ενοχλούσε. Δάσκαλε που δίδασκες.

Αυτά, μέχρι που το έκανα. Άλλαξα κανάλι. Οριστικά και χωρίς να κοιτάξω πίσω μου. Αποτέλεσμα; Σήμερα έχω πέσει στο ένα πακέτο ανά τρεις μέρες και …ξέρετε τι απόλαυση είναι ένα τσιγάρο με τον πρωινό καφέ ή μετά από ένα καλό δείπνο;

Το έγραψα την προηγουμένη φορά, θα το γράψω πάλι. Τα Ελληνικά ΜΜΕ – ηλεκτρονικά, ραδιοφωνικά, τηλεοπτικά ή έντυπα – προκαλούν σοβαρή ζημιά στην υγεία σας. Αυτή τη φορά να συμπληρώσω, και στο πορτοφόλι σας!

 

Θάνος Καλαμίδας

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s