Το Πλατύ Ποτάμι

Ovi_greece_1016_088d.gif«Κανένας μας δεν ήξερε ακριβώς πού πάμε και για τι πάμε […]. Άλλοι λέγανε για ανακρίσεις αιχμαλώτων, άλλοι πως θα μας χρησιμοποιήσουν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως αιχμαλώτων, άλλοι πως εμείς θα τους κουβαλούμε στα μετόπισθεν – αν κι εγώ, […] συνδυάζοντας κάποιαν ειδησούλα για μεγαφωνικές εκπομπές στο Μέτωπο […], ήμουνα βέβαιος πως γι αυτήν την τελευταία δουλειά μας στέλνανε απάνω».

Έχω ξαναγράψει για τις τιμητικές διακρίσεις που έχω πάρει ως μαθήτρια – εκεί… τότε… την εποχή των σπηλαίων – και ότι πάντα συμπεριλάμβαναν κάποιο καλό βιβλίο, με την απαραίτητη αφιερωματική φράση, «Τιμητική διάκριση στη μαθήτρια Μπαντάνη Βασιλική για το ήθος και την επίδοσή της». Κλαίτε; Κλάψτε! Το ζήτημα ωστόσο αυτήν την στιγμή δεν είναι η τότε διάκριση, αλλά το γεγονός ότι οι Σύλλογοι Γονέων ή οι Σύλλογοι Καθηγητών – αναλόγως από πού ερχόταν η διάκριση – φρόντιζαν να τροφοδοτούν το πνεύμα των μαθητών, με κάποιο καλό βιβλίο. 76 χρόνια φέτος από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και 36 από τη χρονιά της τότε τιμητικής διάκρισης και αναλογιζόμενη πόσοι πάλι θα ερωτηθούν στην τηλεόραση, τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου – πέραν του χαλαρωτικού 3ημέρου, διότι φέτος πέφτει και Παρασκευή – και τι θα απαντήσουν – που ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω πάλι – θυμήθηκα Το πλατύ ποτάμι του Γιάννη Μπεράτη.

Το πλατύ ποτάμι θεωρείται από τα πιο αντιπροσωπευτικά πεζογραφήματα με αναφορά στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940. Ο Γιάννης Μπεράτης, ο συγγραφέας του, γεννημένος στην Αθήνα, γιος ταγματάρχη του Μηχανικού και ταυτόχρονα καθηγητή στη Σχολή Ευελπίδων, τον Φλεβάρη του 1941, κατατάχθηκε εθελοντικά στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, όπου και υπηρέτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, ως εκφωνητής – προπαγανδιστής. Αποστολή του στο μέτωπο ήταν η μετάδοση προπαγανδιστικών μηνυμάτων, στην ιταλική γλώσσα, προς τους Ιταλούς στρατιώτες, μέσω μεγαφώνων τοποθετημένων στην πρώτη γραμμή. Ενδεχομένως άγνωστος σε πολλούς, τυπικά εντάσσεται στον λογοτεχνικό χωροχρόνο της γενιάς του τριάντα, ωστόσο ως συγγραφέας, αποτελεί μια ξεχωριστή, «μοναχική» περίπτωση των ελληνικών γραμμάτων, καθώς ουδέποτε ενστερνίστηκε απόλυτα τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς της εν λόγω συγγραφικής ομάδας. Για το μυθιστόρημά του Το πλατύ ποτάμι, τιμήθηκε το 1966, με το Α’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.

Ovi_greece_1016_088a.gif

Στον πρόλογο της έκδοσης που κρατάω στα χέρια μου – 3η έκδοση, σε ανατύπωση του 1980, από την εκδοτική Ερμής – ο Κ.Θ. Δημαράς παρουσιάζει τον συγγραφέα και το έργο του με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην αφήσει στον αναγνώστη το παραμικρό κενό, την ελαχιστότερη απορία ή παρερμηνεία ως προς τη θεματολογία, αλλά και το συγγραφικό ύφος. Προσωπικά βέβαια, που έχω την τάση να διαβάζω πρώτους τους επιλόγους και τελευταίους τους προλόγους των βιβλίων, όταν διάβασα αυτό το ακριβέστατο εισαγωγικό σημείωμα του Δημαρά, απλώς «κούμπωσα» κάποιες πληροφορίες – ελάχιστες είναι η αλήθεια – που με βοήθησαν να ερμηνεύσω ακόμα καλύτερα το ύφος του συγγραφέα. Γιατί κατά τα άλλα, ο Γιάννης Μπεράτης έχει έναν τόσο ιδιαίτερα άμεσο τρόπο αφήγησης, με καταπληκτική ζωντάνια και ταχύτητα στον λόγο, που μαγνητίζει τον αναγνώστη, ανανεώνοντάς του διαρκώς τον ενδιαφέρον για τη συνέχεια. «Λίγες αράδες, λίγες λέξεις του αρκούν κάποτε για να περιγράψει ένα πρόσωπο· κι ύστερα το πρόσωπο αυτό μας γίνεται οικείο, το βλέπουμε, το αναγνωρίζουμε», γράφει πολύ εύστοχα στον πρόλογό του ο Δημαράς, περιγράφοντας αυτό ακριβώς που εισπράττει ο αναγνώστης από τις πρώτες κιόλας σελίδες.

Το πλατύ ποτάμι είναι ένα μυθιστόρημα χωρίς ηρωισμούς, με έναν εξίσου σεμνά και ταπεινά ηρωικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας του, χωρίς να περιγράφει μάχες και ηρωικά κατορθώματα, αποδίδει με ευκρίνεια και λεπτομέρεια τον ψυχισμό των ανδρών που έγραψαν το έπος του ’40, όλων εκείνων των απλών ανθρώπων που δεν επεδίωξαν κανέναν ηρωισμό, που σε ήρωες τους μετέτρεψαν οι συνθήκες και οι αξίες τους, που δεν ήθελαν να σκοτώσουν, μα ούτε και να σκοτωθούν, που πολέμησαν από φιλοπατρία, δίχως ίχνος μισαλλοδοξίας. Η αφήγηση του Μπεράτη, με μια απίστευτη αφηγηματική αμεσότητα που αγγίζει την προφορικότητα, χωρίς υπερβολές και μεγαλοστομίες, εκπέμπει την αξία που δίνει στο ίδιο το ανθρώπινο ον και στον ψυχισμό του, όταν βρίσκεται κάτω από συνθήκες αφανισμού. Σκηνές λιτές, που συγκλονίζουν τον αναγνώστη, όπως τις έζησε και τις κατέγραψε ο Γιάννης Μπεράτης με τη συγγραφική του δεινότητα, όπως αυτή του αποσπάσματος που ακολουθεί:

«Καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα απ’ την έδρα του 50ου Συντάγματος ήταν ένας υψωμένος τάφος μ’ ένα μεγάλο-μεγάλο ξύλινο σταυρό. Τον είχαν περιποιηθεί αυτόν τον τάφο, […]  σαν τους συγκινητικούς πενιχρούς τάφους των δικών μας νεκροταφείων, όπου η στοργή κ’ η φροντίδα αντικαθιστά την έλλειψη του πλούτου – και τώρα, πάνω στο πεζούλι του καθόντουσαν τρεις στρατιώτες που μας κοιτούσανε αμίλητοι καθώς περνούσαμε. […] Πάνω στο μεγάλο ξύλινο σταυρό που άνοιγε τόσο περίεργα τ’ απλωμένα χέρια του εδώ πάνω μες στα έρημα βουνά, ήτανε γραμμένα στη σειρά το ’να κάτ’ απ’ τ’ άλλο με παχιά μαύρη μπογιά, πολλά ονόματα στρατιωτών. Ναι, είχανε πάει όλοι τους από κάποια αεροπορική επιδρομή, είπανε αργά-αργά οι στρατιώτες, που δεν κουνιόντουσαν από τη θέση τους πάνω στον τάφο. Τους βρήκε ακριβώς εδώ. Γι’ αυτό κάνανε ακριβώς εδώ τον τάφο. Όλα ήτανε πατριωτάκια τους, νέα παιδιά. Ο ένας στρατιώτης έπαιζε αργά-αργά μες στα δάχτυλά του ένα κομπολόι. Κατέβαζε δυο-δυο τις χάντρες του και το κοιτούσε χωρίς να σηκώνει τα μάτια. Οι δυο άλλοι καπνίζανε και με κοιτούσαν κ’ οι δυο μες στο πρόσωπο. Είχαν μια τέτοια παραδοχή τα βλέμματά τους! Με κοιτούσαν ακόμη κι όταν καβάλησα κι όταν φώναξα πάλι πως: Μπρος! πάμε παιδιά».

Ovi_greece_1016_088b.gifΑπό τα πιο εντυπωσιακά σημεία της αφήγησής του είναι το κομμάτι που αναφέρεται στην επιστροφή του ελληνικού στρατού από το μέτωπο, ενός στρατού νικηφόρου, που οπισθοχωρούσε…

Το Πλατύ Ποτάμι σίγουρα δεν είναι Ιστορία. Είναι όμως από εκείνες τις ιστορίες, που μπορούν να αποδώσουν την Ιστορία με τον καλύτερο τρόπο. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με την ίδια ευκολία, από έναν έφηβο κι από έναν ενήλικα. Και «ο αναγνώστης δεν κοπιάζει στο διάβασμα, γιατί όλο τον κόπο τον κράτησε ο συγγραφέας για τον εαυτό του», όπως γράφει ο Κ.Θ. Δημαράς.

Ο Γιάννης Μπεράτης έχει περιγράψει ως πολύ δυσάρεστα τα παιδικά – σχολικά του χρόνια. Το 1921 διορίστηκε υπάλληλος στην Εθνική τράπεζα, όπου και εργάσθηκε μέχρι το 1930, μετά από σειρά μεταθέσεων, με τελευταία την Αθήνα. Το 1930, εξέδωσε τη Διασπορά και μετά έφυγε για τη Βουλγαρία, τη Συρία, την Αραβία και την Αίγυπτο. Μετά τη συμμετοχή του στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, το 1943, κατετάγη στο αντάρτικο του Ζέρβα. Οι εμπειρίες του αυτής της περιόδου είναι καταγεγραμμένες στο έργο του με τίτλο, Οδοιπορικό του ’43. Εργάσθηκε στο Τμήμα Λογοκρισίας Θεάτρου και Κινηματογράφου του Υπουργείου Τύπου, ως μεταφραστής και ως αρθρογράφος. Μοιράστηκε τη ζωή του με τρεις γυναίκες και από τον πρώτο του γάμο απέκτησε έναν γιο. Πέθανε στην Αθήνα, το 1968.

 

Λίλιαν Μπαντάνη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s