Το παλιό αρχοντικό

Τις τελευταίες εβδομάδες έζησα πολλές και έντονες συγκινήσεις και δεν ξέρω πια για τι να πρωτογράψω! Με τα γεγονότα να εναλλάσσονται διαρκώς και με ρυθμούς ταχύτατους, το μόνο που έχω καταφέρει εδώ και μέρες, είναι να πετάξω καμιά δεκαριά τίτλους, με ελάχιστες σημειώσεις, ίσα – ίσα για να θυμάμαι τι, πού και πώς…

Προηγούμενη Παρασκευή και έχω κατέβει στον Πειραιά με το αυτοκίνητο για προσωπική μου δουλειά. Ραντεβού στις 12:30 το μεσημέρι και έχω φτάσει ήδη από τις 12 παρά, καθώς ανησυχούσα ότι δεν θα έβρισκα εύκολα να παρκάρω. Τέλος πάντων, για πολλοστή φορά σ’ αυτήν τη ζωή, μπορώ να καυχιέμαι για την καταπληκτική ευκολία μου να βρίσκω πάρκινγκ παντού, ακόμα και στα πιο πολυσύχναστα μέρη της Αθήνας, μέρα μεσημέρι και για ένα αυτοκίνητο αρκετά μεγάλου μεγέθους. Διαβάζω τις κρυφές σας σκέψεις τώρα, γι αυτό σταματήστε!…

Παρκάρω λοιπόν και έχω μπροστά μου περισσότερο από μισάωρο μέχρι την ώρα της συνάντησής μου, οπότε αποφασίζω να παραμείνω μέσα στο αυτοκίνητο – ξέρετε, μουσικούλα, φραπεδάκι, τσιγαράκι κλπ. κλπ. Το «φάρδος» μου δε, είναι τόσο μεγάλο, που πάνω από την οροφή του αυτοκινήτου μου απλώνεται μεγαλοπρεπέστατα ένα τεράστιο δένδρο! Πού θα έβρισκα καλύτερα, από τη φυσική σκιά ενός φουντωμένου δένδρου, μέσα στο κέντρο του Πειραιά; Ασφαλώς πουθενά!

Έχω ανοίξει το παράθυρο του συνοδηγού για να κάνει λίγο ρεύμα – το δικό μου είναι πάντα ανοιχτό, χειμώνα – καλοκαίρι – τραβάω τζούρα απ’ το φραπέ, ανάβω τσιγάρο και χαζεύω αριστερά μου, στο πεζοδρόμιο. Σε ύψος ούτε 20 πόντους από το έδαφος, χάσκει ορθάνοιχτο ένα πράσινο ξύλινο παραθυρόφυλλο, από εκείνα τα παντζούρια παλαιού τύπου, του παλιού καιρού. Μια αυτοσχέδια σήτα, με πλαίσιο στο ίδιο πράσινο χρώμα, παραμένει ανοιχτή, αφήνοντας ελεύθερη την πρόσβαση σε οτιδήποτε θα έβρισκε ελκυστικό το περιβάλλον και θα επεδίωκε να εισέλθει στον χώρο του, από μύγα και γάτα, μέχρι άνθρωπο.

Ovi_greece_1016_075a.gif

Δεν ήθελα να γίνω αδιάκριτη, όμως ούτως ή άλλως το φτωχικό δωμάτιο ήταν άδειο για όση ώρα παρέμεινα εκεί, παρά το γεγονός ότι τα λιγοστά του έπιπλα και μικροαντικείμενα δήλωναν ότι κάποιοι άνθρωποι κατοικούσαν μέσα. Δυο καρέκλες καφενείου και ένα μικρό τραπεζάκι με ένα μικρό γκαζάκι ακουμπισμένο στο κέντρο του, επεσήμαναν την ανθρώπινη ανάγκη για καθημερινή ένεση καφεΐνης και πίσω από το γκάζι, στον πολυκαιρισμένο βρώμικο τοίχο, ένα τετράγωνο χειροποίητο κέντημα, την αντίστοιχη ανάγκη του για ύπαρξη έστω και υποτυπώδους αισθητικής στη ζωή του. Ασυναίσθητα, θυμήθηκα τα μαξιλαράκια που μας μάθαιναν να κεντάμε στο Γυμνάσιο, στο μάθημα των Οικοκυρικών, και χαμογέλασα. Παραδίπλα, ένα παλιό σιδερένιο κρεβάτι με παράταιρα σεντόνια και σκεπάσματα, τεζαρισμένα όμως, τσιτωμένα, καλοστρωμένα, καλύτερα απ’ ότι στα ακριβότερα ξενοδοχεία. Στο βάθος, κάτι σαν σωληνώσεις, που είχαν μετατραπεί σε κρεμάστρες ρούχων.

Αυτά έπιανε το οπτικό μου πεδίο μέσα από το αυτοκίνητο και ήδη αισθανόμουν πολύ αδιάκριτη, με το βλέμμα μου να μην ξεκολλάει και το μυαλό μου να κάνει εκατομμύρια σκέψεις. Άραγε, ποιος να έμενε μέσα σε ένα τέτοιο δωμάτιο, κάτω από τη γη; Κάποιος μετανάστης; πρόσφυγας; άστεγος; Τράβηξα το αδιάκριτο βλέμμα μου και το έστρεψα προς τα πάνω. Ο υπόγειος χώρος αποτελούσε τμήμα ενός υπέροχου παλιού εγκαταλελειμμένου αρχοντόσπιτου, από εκείνες τις παλιές διώροφες μονοκατοικίες που θα ζήλευε ο καθένας. Λιτές αρχιτεκτονικές γραμμές, με την ξύλινη πόρτα της κεντρικής εισόδου να πλαισιώνεται από τα επίσης ξύλινα σε γκριζογάλανο χρώμα παραθυρόφυλλα, όλα τους ερμητικά κλειστά, πανύψηλα και επιβλητικά, που σε έκαναν ν’ αναρωτιέσαι πόσο άραγε θα ήταν το ύψος των δωματίων. Το σπίτι μου στο Φάληρο έχει ύψος μόλις 2,60 και το πατρικό μου στην Καβάλα, 3,00 μέτρα. Κάπως έτσι, κάνοντας έναν πρόχειρο υπολογισμό, μέτρησα στα γρήγορα με το μάτι γύρω στα 4 μέτρα.

Η διπλή ξύλινη πόρτα της εισόδου με τα τζαμωτά παραθυράκια στο επάνω μέρος της, προφυλαγμένα πίσω από περίτεχνα σκαλισμένη σιδεριά, με το χαρακτηριστικό ξύλινο χεράκι της που οι επισκέπτες χρησιμοποιούσαν για να χτυπούν, ήταν κλειδαμπαρωμένη με λουκέτο και σιδερένια αλυσίδα. Η ματιά μου άδειασε και το μυαλό μου μεταφέρθηκε στους εσωτερικούς χώρους. Θυμήθηκα το σπίτι της γιαγιάς μου, με την κεντρική σάλα και τα ευρύχωρα δωμάτια τριγύρω της. Το ψηλό παράθυρο στο δωμάτιο μπαίνοντας δεξιά, με το μεγάλο εσωτερικό περβάζι, ήταν το αγαπημένο μου. Βασικά, εκείνο το περβάζι ήταν το αγαπημένο μου. Ορμούσα μέσα στο σπίτι κι έτρεχα να πιάσω θέση, κουλουριασμένη στο παράθυρο, μόλις τέσσερα – πέντε σκαλοπάτια ψηλότερο απ’ το επίπεδο του δρόμου. Τα πάντα χάζευες από κι πάνω! Σαν πύργος ελέγχου μου φαινόταν!

Η γιαγιά είχε πάντα να αφηγηθεί κοσμικές ιστορίες των αρχών του 20ου αιώνα, με χορούς, τούλινες τουαλέτες, σμόκιν και μπόλικη δόση κουτσομπολιού, κάτω από τα φώτα των κρυστάλλινων πολυελαίων και το ξύλινο βλέμμα του γυαλισμένου με πετρέλαιο μπουφέ και των αστραφτερών ασημικών της. Στο βάθος η μεγάλη τετραγωνισμένη κουζίνα με τις τότε ανέσεις της και παραδίπλα το πλυσταριό, με μια υποτυπώδη,  πρωτοποριακή για την εποχή, τουαλέτα. Η ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο επάνω πάτωμα, όπου βρισκόταν η τεράστια κρεβατοκάμαρά της, με το μπρούτζινο διπλό κρεβάτι και το μεγάλο καμάρι της, την κουνουπιέρα. Στο κομό ακουμπισμένη η πορσελάνινη λεκάνη για την πρωινή ατομική περιποίηση και διάφορα βάζα, βαζάκια και κουτάκια, με τα προσωπικά της αντικείμενα. Μια εσωτερική ψηλή πόρτα με τζαμαρία, η «γκλαβανή» όπως την αποκαλούσε, διαχώριζε το κάτω από το επάνω πάτωμα.

Έχοντας χαραγμένες στη μνήμη μου όλες εκείνες τις λεπτομέρειες από την παλιά μονοκατοικία της γιαγιάς, είχα αφεθεί τελείως πια και περιφερόμουν μέσα στους χώρους του άγνωστου κλειδαμπαρωμένου αρχοντικού, που το είχα κάνει «δικό μου», ξεχνώντας εντελώς το παραθυρόφυλλο του υπογείου του, το μόνο ουσιαστικά που υποδήλωνε σημάδια ζωής. Ήταν εκείνη ακριβώς την στιγμή που μια ασήμαντη λεπτομέρεια τράβηξε την προσοχή μου και με αφύπνισε. Εκείνο το μικρό υπόγειο παραθυράκι ήταν το μοναδικό φρεσκοβαμμένο παράθυρο του διπλοκλειδωμένου επιβλητικού αρχοντικού, νεκρού από φωνές, πνοές κι αισθήματα ανθρώπων. Εκεί κάτω, κάτω απ’ τη γη, ήταν το μοναδικό σημείο εκείνου του υπέροχου σπιτιού, όπου υπήρχε ζωή! Ξανακοίταξα το κεντημένο πετσετάκι στον τοίχο κι αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά… άραγε ποιος να κατοικούσε εκεί μέσα; Κάποιος μετανάστης, πρόσφυγας ή άστεγος;

Λίλιαν Μπαντάνη

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s