Η σύλληψη του Ντρέιφους

Στις 15 Οκτωβρίου του 1894, συλλαμβάνεται με την κατηγορία της κατασκοπείας ο εβραϊκής καταγωγής Γάλλος αξιωματικός του Πυροβολικού, Άλφρεντ Ντρέιφους (Alfred Dreyfus, 9 Οκτωβρίου 1859 – 12 Ιουλίου 1935). Η υπόθεση Ντρέιφους (L’ Affaire Dreyfus) αποτέλεσε ένα από τα γνωστότερα στρατιωτικοπολιτικά σκάνδαλα της σύγχρονης Γαλλικής Ιστορίας, με μεγάλη απήχηση σε ολόκληρη την Ευρώπη και ταυτόχρονα, μία από τις μεγαλύτερες διεθνώς δικαστικές πλάνες. Εκ των υστέρων, θεωρήθηκε και ως η πρώτη σοβαρή ένδειξη αντισημιτισμού στην Ευρώπη, του επερχόμενου 20ου αιώνα. Σήμερα, έχει συνδεθεί σημειολογικά με την αθώωση και την πλήρη απαλλαγή από κάθε κατηγορία.

ovi_greece_1016_015aΩς προς το ιστορικό πλαίσιο, βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1890, μια φαινομενικά ήσυχη και εξίσου ευημερούσα περίοδο για τη Γαλλία, με την Γ’ Δημοκρατία της καλά εδραιωμένη και τη γαλλική αποικιοκρατία σε άνθιση. Ελλείψει πολεμικών επιχειρήσεων και δεδομένης της επικρατούσας ειρήνης, με το Παρίσι ευρισκόμενο στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών καλλιτεχνιών και πολιτιστικών δρώμενων της εποχής, μια υπόθεση κατασκοπείας θα μπορούσε να θεωρηθεί μάλλον εντελώς εκτός κλίματος.

Ωστόσο, η επίσημη Γαλλία συνέχιζε να παραμένει ανήσυχη και καχύποπτη απέναντι στη Γερμανία και το δίκτυο της γαλλικής αντικατασκοπείας, με την κεκαλυμμένη ονομασία «Υπηρεσία Στατιστικής», βρισκόταν σε πλήρη δραστηριότητα υπό τη διοίκηση του Γάλλου συνταγματάρχη Σαντέρ. Στο επίκεντρο της γαλλικής αντικατασκοπείας βρισκόταν ο Γερμανός συνταγματάρχης Μαξιμιλιανός Σβάρτσκοππεν, στρατιωτικός ακόλουθος της γερμανικής πρεσβείας στο Παρίσι, για την παρακολούθηση του οποίου είχαν στρατολογηθεί διάφορα πρόσωπα που είχαν πρόσβαση στην Πρεσβεία, μεταξύ αυτών και η καθαρίστρια του κτιρίου, μαντάμ Μπαστιάν. Στην ευθύνη της Γαλλίδας καθαρίστριας ήταν να περισυλλέγει τα διάφορα χαρτιά από τους κάδους απορριμμάτων, τα οποία και διοχέτευε στην Υπηρεσία Στατιστικής, μέσω διαφόρων ασφαλών συνδέσμων.

Έτσι και εκείνον τον Σεπτέμβριο του 1894, η μαντάμ Μπαστιάν συμπεριέλαβε στην αποστολή της μια σημαντική ανυπόγραφη επιστολή που απευθυνόταν στον στρατιωτικό ακόλουθο Σβάρτσκοππεν, που χαρακτηρίστηκε ως “bordereau”, δηλαδή ως ενημερωτικό υπόμνημα, που υποσχόταν στον Γερμανό συνταγματάρχη μια σειρά από αναφορές με άκρως εμπιστευτικές στρατιωτικές πληροφορίες.

Το “εύρημα”, λαμβάνοντας τον χαρακτήρα εξαιρετικής σημασίας αποδεικτικού στοιχείου προδοσίας, υποβλήθηκε στο Γενικό Επιτελείο κι από εκεί στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, που διέταξε άμεση έναρξη ανακρίσεων, για την ταχεία σύλληψη και καταδίκη του προδότη. Οι πρωτογενείς έρευνες κατέληγαν στο συμπέρασμα, ότι το έγγραφο δεν μπορούσε να προέρχεται από κανέναν άλλο, πέραν κάποιου αξιωματικού που υπηρετούσε στο Γενικό Επιτελείο. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν οι ανακρίσεις και οι λήψεις δειγμάτων γραφικών χαρακτήρων. Οι υποψίες έπεσαν στον γραφικό χαρακτήρα του λοχαγού Ντρέιφους, που ο παρουσίαζε αρκετές ομοιότητες με εκείνον του bordereau, ο οποίος και συνελήφθη στις 15 Οκτωβρίου υπό την πίεση του Γενικού Επιτελείου να αποκαλυφθεί άμεσα ο ένοχος και παρά το γεγονός ότι η μέχρι τότε στρατιωτική του καριέρα ήταν άμεμπτη, συμπεριλαμβανομένης και της αριστείας του κατά την αποφοίτηση του από τη Σχολή Πολέμου.

Κατά το πρώτο 15νθήμερο που ακολούθησε τη σύλληψή του, ελάχιστες νέες κατηγορίες διατυπώθηκαν σε βάρος του, που περισσότερο σχετίζονταν με τον εσωστρεφή του χαρακτήρα του, γεγονός που συνδέθηκε με την εβραϊκή του καταγωγή. Τελικά, οι γραφολόγοι απέδωσαν σε αυτόν τη γνησιότητα του συντάκτη του “μπορντερώ”.

Η συνέχεια της υπόθεσης περιλαμβάνει μια σειρά υπηρεσιακών και δημοσιογραφικών φαυλοτήτων και κατάχρησης εξουσίας, με αποκορύφωμα την απαγόρευση στην υπεράσπιση του Ντρέιφους να αποκτήσει πρόσβαση στο περιεχόμενο ενός μυστικού φακέλου, που υποτίθεται ότι περιελάμβανε αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαίωναν τη σχέση του με τον Γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο. Έτσι, η δίκη ξέφυγε εκτός των ορίων της νομιμότητας και κατέστη μια κατευθυνόμενη διεργασία προαποφασισμένης καταδίκης. Ο Ντρέιφους καταδικάστηκε σε στρατιωτική καθαίρεση, σε ισόβια κάθειρξη και σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης σε στρατιωτικό φρούριο. Αμέσως μετά από την ατιμωτική τελετή καθαίρεσης του βαθμού του, στις 13 Απριλίου του 1895 εστάλη στο Νησί του Διαβόλου, τόπο εξορίας στη Γαλλική Γουιάνα, για να εκτίσει την ποινή του.

Η ετυμηγορία της καταδίκης του Ντρέιφους ικανοποίησε όλο τον γαλλικό πληθυσμό, γεγονός αξιοσημείωτο, που αργότερα συνδέθηκε συμβολικά με την αντιμετώπισή τους απέναντι στους Γάλλους Εβραίους γενικότερα. Οι μόνοι που ουδέποτε παραδέχθηκαν εξ αρχής την ενοχή του ήταν η σύζυγός του, ο αδελφός του και κάποιοι λίγοι στενοί συγγενείς και φίλοι του, που ξεκίνησαν έναν τιτάνιο αγώνα για την αποκατάστασή του.

Τον Ιανουάριο του 1898, ο Γάλλος συγγραφέας Εμίλ Ζολά, με τη δημοσίευση του κειμένου “Κατηγορώ” (J’ Accuse) στην εφημερίδα L’ Aurore, κατηγορούσε ανοιχτά τον Στρατό ότι συγκάλυψε τη λανθασμένη καταδίκη του Ντρέιφους και δήλωνε την απέχθειά του προς την υποκρισία και τον φανατισμό. Η εφημερίδα, με συνήθη κυκλοφορία 30.000 αντιτύπων, τυπώθηκε σε 300.000 αντίτυπα, γεγονός που κατέληξε σε επαναψηλάφηση της υπόθεσης, αθώωση του Ντρέιφους και εξυγίανση της γαλλικής πολιτικής.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s