Δεσμοί

Με τον Χ. μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Τρέχαμε στα ίδια χωματένια στενά, ματώναμε τα γόνατά μας, περνούσαμε τα πρωινά από το φούρνο της γωνίας για το ζεστό σταφιδόψωμο που σχεδόν ποτέ δεν είχαμε λεφτά για να αγοράσουμε, μα ο φούρναρης μας το ‘δινε έτσι κι αλλιώς.

Τελειώσαμε το δημοτικό σε ένα ετοιμόρροπο σχολείο, στην τάξη μας ήμασταν καμιά τριανταριά, όλα παιδιά φτωχά, με ρούχα φορεμένα που περνούσαν από τον έναν στον άλλο. Ο δάσκαλος μας έλεγε να περνάμε από το ρέμα για να μαζέψουμε ξερόκλαδα για τη φωτιά. Κάθε πρωί σέρναμε ο καθένας κι από μερικά ξύλα, όσα μπορούσαν οι κοκαλιάρικες πλάτες μας να σηκώσουν.

ovi_greece_1016_026aΟ Χ. έφυγε για την άλλη άκρη του κόσμου πριν από σαράντα χρόνια. Ποτέ του δεν μπόρεσε να γυρίσει πίσω. Στο μυαλό του η γειτονιά του, η γειτονιά μας, είναι όπως την άφησε. Προσπάθησα κάποιες φορές να του μιλήσω για τα όσα έχουν αλλάξει. Πολλά άλλαξαν, μα ίσως τελικά όλα να είναι ίδια. Δεν υπάρχει πια ρεματιά και το ετοιμόρροπο σχολείο δεν έχει πια ξυλόσομπα, αλλά καλοριφέρ με πετρέλαιο, όμως είναι πάντα κρύα.

Τα χωμάτινα στενά έγιναν τσιμεντένιοι δρόμοι που βράζουν τα καλοκαίρια, και το δασάκι που θυμόταν να πηγαίνουμε κυνήγι καβαλώντας πεσμένα κλαδιά σα να ‘μασταν αλογάδες με τα λάσα, έχει μείνει καραφλό. Το μισό είναι γεμάτο σπίτια πλουσίων, με ψηλούς μαντρότοιχους. Κάποτε από κει βλέπαμε τα πρωινά να ανεβαίνει ο ήλιος, βάφοντας τον ουρανό πορτοκαλί και ροζ. Τώρα ο ήλιος κρύφτηκε πίσω απ’ τους μαντρότοιχους.

Ο Χ. δεν ήθελε να ακούσει για όσα άλλαξαν. Το κατάλαβα όταν μια φορά του είπα για το γεροφούρναρη που πέθανε μονάχος στο σπιτάκι του, εκείνο με τον ασβεστωμένο τοίχο και τη μεγάλη βουκαμβίλια. Ο φούρνος έκλεισε, γκρεμίστηκε, στη θέση του υψώθηκε ένα ολοκαίνουργιο μαγαζί. Η γειτονιά μας έχασε για πάντα εκείνα τα μοσχομυριστά στααφιδόψωμα. Κι ο Χ. με ρωτούσε για την κυρά- Δέσποινα, που μας κυνηγούσε όταν της μαδούσαμε τις τριανταφυλλιές για τα κορίτσια, που ήταν γριά όταν εμείς ήμασταν ακόμα παιδιά. Δεν ήθελε να ακούσει. Έτσι κι εγώ σταμάτησα να του μιλάω για όσα άλλαξαν.

Ο Χ. κρατάει τις αναμνήσεις του όπως είχαν, κι εγώ τον βοηθάω. Φτάσαμε κι οι δυο να ζούμε μονάχοι. Τα παιδιά και τα εγγόνια μας μεγάλωσαν και μας άφησαν, κι ό,τι μας έμεινε είναι μόνο η παλιά μας γειτονιά. Τώρα κατάλαβα γιατί δε θέλει να μάθει. Ξέρει πως δε θα καταφέρει ποτέ του να γυρίσει. Ξέρει πως θα πεθάνει εκεί, στην άκρη του κόσμου. Μα κι εγώ ξέρω κάτι: Δεν είναι ότι δεν έρχεται γιατί δεν μπορεί, δεν έρχεται γιατί ξέρει πως αυτό που θα δει δε θα είναι δικό του. Θα είναι κάτι ξένο. Και δεν αντέχει να ξέρει πως δεν του ‘μεινε τίποτα δικό του.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s