Βλαντιμίρ Χόροβιτς

Την 1η Οκτωβρίου του 1903, γεννήθηκε στο Κίεβο της τότε Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο Ρωσο-Αμερικανός πιανίστας και συνθέτης κλασικής μουσικής, Βλαντιμίρ Σαμοΐλοβιτς Χόροβιτς (Vladimir Samoylovich Horowitz), ένας από τους σημαντικότερους πιανίστες του 20ου αιώνα.

ovi_greece_1016_001aΕβραϊκής καταγωγής και από τους δυο τους γονείς, ο Χόροβιτς, κατά την παιδική του ηλικία, έλαβε τα πρώτα του μαθήματα στο πιάνο αρχικά από την επίσης πιανίστα μητέρα του Σοφί Μπόντικ και το 1912, ξεκίνησε να φοιτά στο Ωδείο του Κιέβου, κοντά σε επώνυμους δασκάλους.

Το 1920, ξεκίνησε να δίνει τα πρώτα του ρεσιτάλ στο Χάρκοβο και στη συνέχεια σε ολόκληρη τη ρωσική επικράτεια. Στην τότε διαταραγμένη εποχή, που ο ρωσικός Εμφύλιος Πόλεμος είχε απομυζήσει οικονομικά τη χώρα, ο Χόροβιτς πληρωνόταν για τα ρεσιτάλ του σε είδος, εξοικονομώντας ψωμί, βούτυρο και σοκολάτα για την οικογένειά του, που είχε καταστραφεί οικονομικά κατά την Ρωσική Επανάσταση.

Μεταξύ 1922 – 1923, έπαιξε συνολικά σε 23 συναυλίες με 11 διαφορετικά προγράμματα, ενώ στα τέλη του 1925, αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά τη Ρωσία, για να συνεχίσει σε κάποια από τις δυτικές χώρες τις σπουδές του πάνω στη σύνθεση. Με πρώτο σταθμό την Αυστρία, ο μεγάλος πιανίστας χρηματοδότησε τα πρώτα του ρεσιτάλ με δικά του χρήματα, που είχε μεταφέρει λαθραία κατά την έξοδό του από τη Ρωσία, κρυμμένα στις σόλες των παπουτσιών του.

Ο Γενάρης του 1928 τον βρίσκει στις ΗΠΑ, όπου κατακτά το κοινό του με το Κονσέρτο Αρ. 1 για πιάνο και ορχήστρα του Τσαϊκόφσκι και κερδίζει για τον λυρισμό και την τεχνική του, τον χαρακτηρισμό “ένας κυκλώνας που ξέσπασε από τις στέπες”. Σε κριτική των New York Times αναφέρεται: “Πάνε πολλά χρόνια από τότε που ένας πιανίστας συνεπήρε με τέτοιο πάθος το κοινό αυτής της πόλης”.

Η συνεργασία του στο Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα Αρ. 5 του Μπετόβεν (Emperor), το 1933, με τον μαέστρο Arturo Toscanini, θα αποτελέσει την έναρξη για μια συνεργασία ισόβια, τόσο επί σκηνής όσο και σε ηχογραφήσεις. Μόνιμα πλέον εγκαταστημένος στις ΗΠΑ από το 1939, ο Χόροβιτς πήρε την αμερικανική υπηκοότητα, το 1944.

Αρχής γενομένης από το 1926 που ο Χόροβιτς κάνει τους πρώτους του κυλίνδρους για πιάνο στα στούντιο της Welte-Mignon της Γερμανίας, οι ηχογραφήσεις του στη συνέχεια είναι διαρκείς και σταδιακά αυξανόμενες, με τις περισσότερες επώνυμες δισκογραφικές εταιρείες. Στις ΗΠΑ, κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’20, ηχογραφεί για γραμμόφωνο με την εταιρεία RCA Victor. Λίγο αργότερα, η ίδια η εταιρεία θα παραπέμψει τους συνεργαζόμενους με αυτήν καλλιτέχνες στη βρετανική δισκογραφική His Master’s Voice, λόγω της οικονομικής ύφεσης του ’29, στην Αμερική. Η συνεργασία του Χόροβιτς με τη βρετανική εταιρεία υπήρξε καθοριστικής σημασίας, με πολυάριθμες πρώτες παγκόσμιες ηχογραφήσεις καθόλη τη δεκαετία του ’30, ενώ η δισκογραφική του δραστηριότητα αυξάνεται διαρκώς με την επιστροφή του στα αμερικανικά στούντιο, από τις αρχές της δεκαετίας του ’40 και ανελλιπώς για τις επόμενες δεκαετίες. Η συνεργασία του με την Columbia Records κατά τη δεκαετία του ’60, θα του αποφέρει το λαμπρό γαλλικό βραβείο Prix Mondial du Disque. Σταθμό επίσης στη δισκογραφική του καριέρα αποτέλεσε η συνεργασία του με τη γερμανική δισκογραφική εταιρεία Deutsche Grammophon, μια από τις πιο αξιόπιστες στο χώρο της κλασικής μουσικής, καθώς και οι τελευταίες του ηχογραφήσεις στη Sony, που ολοκληρώθηκαν τέσσερις μόλις μέρες πριν από τον θάνατό του.

Παρά το γεγονός ότι ο διάσημος πιανίστας από πολύ νωρίς άφηνε εμβρόντητο με τις ερμηνείες του το κοινό του, πολλοί ειδικοί του χώρου έχουν επανειλημμένα επισημάνει την προσωπική του ανασφάλεια και αβεβαιότητα, ως προς τις πιανιστικές του δεξιότητες. Πολύ τακτικά ακύρωνε τις εμφανίσεις του την τελευταία στιγμή, ενώ κάποιες φορές, χρειάστηκε να τον “σύρουν” επί σκηνής σχεδόν με τη βία.

Οι ανασφάλειες αυτές, όπως και μια γενικότερη διαρκής ανησυχία που τον διέκρινε σε όλη του τη ζωή, έχουν συχνά συνδεθεί με τη φημολογία γύρω από τον ομοφυλοφιλικό του προσανατολισμό, που ο ίδιος ουδέποτε επιβεβαίωσε. Αντιθέτως, το 1933, παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο την κόρη του συνεργάτη του Arturo Toscanini, ενώ σε σχολιασμό του πιανίστα David Dubal, όπου συνέδεσε τον υπερφίαλο ερωτισμό που εκπέμπουν οι ερμηνείες του Χόροβιτς με την ομοφυλοφιλική του φύση, εκείνος απάντησε, “υπάρχουν τρία είδη πιανιστών: Εβραίοι πιανίστες, ομοφυλόφιλοι πιανίστες και κακοί πιανίστες”.

Ωστόσο, μια σειρά ψυχιατρικών συνεδριών και θεραπειών που ακολούθησε κατά τις δεκαετίες του ’40, του ’60 και του ’70 προκειμένου να καταπολεμήσει τη μείζονα καταθλιπτική του διαταραχή, έχουν συνδυαστεί με την απόπειρά του να “διορθώσει” τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Χόροβιτς έζησε διαρκώς με πρόσληψη αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, τη λήψη των οποίων συνδύαζε με την κατανάλωση αλκοόλ. Συνέπεια όλων αυτών υπήρξε η σταδιακή παρακμή των ερμηνευτικών του δυνατοτήτων, με πολλές από τις συναυλίες του να διακοπούν κατά τα επόμενα χρόνια.

Πέθανε, στις 5 Νοεμβρίου του 1989, αφήνοντας πίσω του ένα απίστευτα σημαντικό ερμηνευτικό έργο, που τον κατέταξε μεταξύ των σημαντικότερων πιανιστών του 20ου αιώνα.

 

Στο link που ακολουθεί, μπορείτε να απολαύσετε το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, Αρ. 1, του Tchaikovsky, σε ζωντανή ηχογράφηση του 1948 των Horowitz/Toscanini:

https://www.youtube.com/watch?v=4ksVduF2rr4

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s