Τα σπασμένα γυαλιά

Και τώρα, ποιος θα μαζέψει τα σπασμένα γυαλιά; Τώρα που όλα τέλειωσαν αισίως κι η καθημερινότητα άρχισε να ξαναμπαίνει σε ροή και να αποκτά τις χαρακτηριστικές της αποχρώσεις, ποιος θ’ ασχοληθεί με τη βρώμικη δουλειά της φασίνας; «Όχι εγώ!», εξεγείρεται μια φωνή μέσα μου.

ΈOvi_greece_0916_084a.gifρχονται μερικές στιγμές, που σε ξεπερνούν όλα. Άπαντα. Έδωσες, κουράστηκες, άντεξες, περίμενες, υπέμενες, στύφτηκες, ξεζουμίστηκες, στέρεψες. Απλά. Και τότε είναι που πρέπει κάποιος άλλος να βάλει πλάτη, γιατί εσύ δεν έχεις άλλες αντοχές, ακόμα κι αν δεν το ξέρεις. Απλά. Τόσο απλά. Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη, ρίχνεις μια ροχάλα στον εαυτό σου και προσπερνάς. Ξαναπερνάς, ξανακάνεις το ίδιο και ξαναπροσπερνάς. Κι αυτό κρατάει μέρες. Λες, θα καλυτερέψει. Τσου! Δεν περνάει. Οι μέρες περνούν, αυτό όχι. Ε, και τότε τα παρατάς. Κουράστηκες να το παλεύεις μόνος. Κουράστηκες τόσο πολύ, που το αφήνεις. Κι αφήνεσαι. Κάτι σαν εκείνη τη φράση που λέει “κι αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει”. Κάπως έτσι δεν το λέει; Ε, τόσο απλά.

Δηλαδή, τώρα μου λες ότι τα παρατάς; Αυτό θες να μου πεις; Όχι, ρε εαυτέ μου, δεν λέω αυτό. Εξάλλου, ποτέ δεν τα παράτησα. Απλώς, δεν γουστάρω να μαζέψω τα σπασμένα γυαλιά. Δεν γουστάρω να μαζέψω ΚΑΙ τα σπασμένα γυαλιά. Κουράστηκα, πώς να στο πω αλλιώς, για να το καταλάβεις; Δεν θέλω να πιάσω σκούπα και φαράσι. Τα ‘χω αφήσει εκεί στο πάτωμα. Μέρες τώρα, πάει μήνας. Περνάω από δίπλα τους, τα κοιτάω. Με κοιτάνε κι αυτά. Δεν τους χαμογελώ, ούτε μου χαμογελάνε. Δεν με ρωτάνε αν θα τα μαζέψω κι εγώ τ’ αφήνω εκεί, χάμω. Μπορεί να ξυπνήσω ένα πρωί και ν’ αποφασίσω να βγάλω την ηλεκτρική από την αποθήκη, μπορεί και όχι. Μπορεί να σκύψω, να τα μαζέψω και να τα φυλάξω κάπου έτσι σπασμένα ή τελικά, μπορεί να μου τη δώσει κι αντί να τα προσπεράσω, να τα πατήσω με τη μπότα μου, ν’ ακούσω εκείνο το χαρακτηριστικό «κρατς», να τα θρυμματίσω, να τα κάνω θρύψαλα και να τα πετάξω. Και μετά να το ‘φχαριστηθώ. Ή να λυπηθώ, δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν γουστάρω ακόμα να τα αγγίξω. Η καλή νοικοκυρά πάει, μας τελείωσε. Ούτε δούλα, ούτε κυρά.

 

Λίλιαν Μπαντάνη

[13-9-2016]

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s