Ο δημοσιογράφος πέθανε, ζήτω ο σόουμαν με την περούκα

Ο δημοσιογράφος μεταφέρει την είδηση, την ερμηνεύει, την αναλύει. Ο δημοσιογράφος ψάχνει την είδηση, τη μυρίζεται στον αέρα και στα ψιλά γράμματα, κυνηγάει το λαβράκι. Αλλά ο δημοσιογράφος ποτέ δεν φτιάχνει την είδηση. Πολύ περισσότερο, ο δημοσιογράφος ποτέ δεν γίνεται ο ίδιος η είδηση.

Ξέρετε ένα πρόβλημα με αυτήν τη δουλειά είναι οι μύθοι που τη συνοδεύουν και που δυστυχώς τις περισσότερες φορές έχουν χολιγουντιανή ρίζα. Στη δημοσιογραφία δεν υπάρχει γκλαμουριά και σπάνια ζεις περιπέτειες σε σκοτεινά σοκάκια με τύπους περίεργους και πολύ περισσότερο σχεδόν ποτέ κανένας δεν σου δίνει πληροφορίες σε κάποιο βρώμικο καφέ, με τον νταβατζή στο διπλανό τραπέζι και τον Σαμ στο πιάνο. Το δε Watergate αποκαλύφτηκε μετά από σειρά περίεργων συμπτώσεων που δυο δημοσιογράφοι παρατήρησαν, ερεύνησαν, ακολούθησαν κι όχι επειδή τις έστησαν.

Τις περισσότερες φορές, σαν δημοσιογράφος, περνάς ώρες στο γραφείο σου, χαμένος μέσα σε αρχεία και πληροφορίες που θα μπορούσε να βρει ο καθένας που θα είχε το χρόνο και τη διάθεση να ψάξει. Και έχει πολύ διάβασμα, γιατί η καλή δημοσιογραφία έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις. Έχει απαιτήσεις γνώσεων και γραφής. Όλοι οι δημοσιογράφοι που γνωρίζω, είναι αρχειοθήκες άχρηστων πληροφοριών σε κάθε τομέα που μπορείτε να φανταστείτε.

Θα μου πείτε, σαν δημοσιογράφος, ακόμα και σαν αναλυτής, γίνεσαι μάρτυρας της ιστορίας και πολλές φορές γνωρίζεις από κοντά ανθρώπους χαρισματικούς με παγκόσμια προβολή. Συμφωνώ και στα δυο. Προσωπικά, θεωρώ ότι είναι μεγάλη η τιμή μου για κάποιους από αυτούς που γνώρισα. Η συνάντησή μου με τον Νέλσον Μαντέλα θα υπάρχει πάντα μέσα μου σαν η κορυφαία, αλλά εξίσου σημαντικές – τουλάχιστον για μένα – ήταν οι συναντήσεις μου με τον Τόνυ Μπεν στη Βρετανία, τον Σεβαρνάντζε, όταν ήταν πρόεδρος της Γεωργίας, τον Πούτιν στην πρώτη πρωθυπουργική του φάση, τον Αχτισάρι στη Φινλανδία, αλλά και τον Σμιθ των Cure ή τη μοναδική και τόσο ανθρώπινη Dolly Parton, για να μην πω τίποτα για τον Ουμπέρτο Έκο και τον Μαρκέζ ή το ζωγράφο Μπουφέ και πολλούς-πολλούς άλλους. Και πώς να ξεχάσω ένα εκπληκτικό απόγευμα με τον Τσαρούχη, μια Κυριακή μεσημέρι με τον Σπαθάρη ή πολλά βράδια με τον Χατζή.

Και ναι, έχω γίνει και μάρτυρας ιστορικών στιγμών σε διάφορα μέρη του κόσμου. Στιγμές που είναι αναφορά στα βιβλία της ιστορίας και κυρίως την εποχή που έζησα στην Αφρική. Αλλά πολύ ειλικρινά, θα προτιμούσα να μην ήμουν εκεί, γιατί παράλληλα με την ιστορία έγινα και μάρτυρας της πιο σκοτεινής πλευράς της ανθρώπινης φύσης. Αυτό όμως που έκανα πάντα, ήταν να αναφέρω αυτό που είδα, να προσπαθήσω να το εξηγήσω ή να το περιγράψω σύμφωνα με αυτό που αισθανόμουν και έλεγε η προσωπική μου λογική και ποτέ μα ποτέ – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – να μη γίνω μέτοχος αυτού που συνέβαινε. Και στις συναντήσεις μου με αυτές τις διαχρονικές και ιστορικές προσωπικότητες φρόντιζα να τους αφήνω εκείνους να μιλάνε, εκείνους να προβάλλουν ή να προσβάλλουν με τις δικές τους λέξεις τον εαυτό τους και το έργο τους, χωρίς να καθοδηγώ. Ποτέ δεν ήταν αυτός ο ρόλος μου.

Αλλά αυτά ήταν τα highlights της δημοσιογραφίας, γιατί παράλληλα έχω περάσει απεριόριστο χρόνο διαβάζοντας, ψάχνοντας σε αρχεία και σκαλεύοντας σε βιβλιοθήκες. Υπήρξαν φορές που ένα κείμενο 300 λέξεων μου πήρε μέρες έρευνας για να το γράψω, με τεράστια βιβλιογραφία να έχει χρησιμοποιηθεί από πίσω, μέχρι να γραφτούν αυτές οι 300 λέξεις. Για ένα μόνο στοιχείο μπορεί να χρειαζόταν να ανατρέξω σε δεκάδες αρχεία και στατιστικές. Και στην αρχή της πορείας μου πέρασα ακόμα και γράφοντας τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία και μάλιστα για πολλά χρόνια, όχι απλά αμισθί, αλλά να είμαι και ευγνώμων που με άφηναν να κάθομαι δίπλα τους για να μαθαίνω, με μόνη αμοιβή να βλέπω σπάνια το όνομά μου σε κάποιο άρθρο. Και όχι μόνο αυτό. Πέρασαν πολλά χρόνια μαθήτευσης δίπλα σε πολύ αξιόλογους ανθρώπους πριν να μπορέσω να πάρω μια σωστή συνέντευξη, όπου ο συνεντευξιαζόμενος θα μίλαγε και όχι έχω. Κι όταν λέω θα μίλαγε, εννοώ θα αποκαλυπτόταν μόνος του, για καλό ή για κακό. Και αυτό, όχι επειδή δεν μου επέτρεπαν, αλλά επειδή απλά τότε είχα ακόμα πολλά να μάθω, κάτι που αυτήν τη στιγμή αναγνωρίζω.

Εκείνο το δωμάτιο με την ομίχλη καπνού από τα τσιγάρα του Χρυσοστομίδη στην Αυγούλα, στα τέλη του ’70, με τον Βασίλη Βασιλικό, τον Σπυρόπουλο, με τα πέντε γραφεία κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο και με τις γραφομηχανές να υποφέρουν από χτυπήματα αλύπητα, ήταν το μεγάλο σχολείο για μένα. Σχολείο δημοσιογραφίας, ιστορίας, ελληνικής γραφής, αλλά κυρίως ήθους δημοσιογραφικού. Μαθήματα χαραγμένα στο μυαλό μου, που τα κράτησα όπου κι αν δούλεψα όλα τα επόμενα χρόνια. Το ίδιο σχολείο και στον δεύτερο όροφο της Καθημερινής με τη Βλάχου στο μεγάλο μαονένιο γραφείο. Ή την ίδια εποχή με το Σαραντάκο ή τον Παπουτσάκη στο ιστορικό Αντί. Όλοι αυτοί, άνθρωποι της δημοσιογραφίας από τελείως διαφορετικούς πολιτικούς ορίζοντες, ξέρετε τι είχαν κοινό και τι δίδασκαν σε μας τους νεότερους με αποκλειστικό παράδειγμα τους ίδιους τους εαυτούς τους και τις πράξεις τους; Δημοσιογραφική ηθική!

Ovi_greece_0916_074a.gif

Μπορεί κανένας να φανταστεί τον Χρυσοστομίδη, τον Βασιλικό ή τη Βλάχου με περούκα, να πλαστογραφούν υπογραφή πολιτικού για να «αποκαλύψουν» σκάνδαλο; Κάτι τέτοια καραγκιοζιλίκια τα έκανε τότε μόνο ο Καρατζαφέρης, κυνηγώντας την Αλίκη Βουγιουκλάκη και γι’ αυτό και δεν θεωρήθηκε ποτέ δημοσιογράφος και ποτέ δεν θα γίνει αναφορά του ονόματός του όταν μιλάμε για τη χρυσή εποχή της ελληνικής δημοσιογραφίας. Απεναντίας, το όνομά του είναι συνδεδεμένο με την παραπληροφόρηση και πολλές φορές με το ψέμα.

Η πρώτη μου σύγκρουση με Έλληνα δημοσιογράφο έγινε μετά από κάποια επίσκεψη Σημίτη στη Φινλανδία, όταν διάβασα σε ελληνικά έντυπα και δη ιντερνετικά, δηλώσεις υποτίθεται Φινλανδών αξιωματούχων για την Ελλάδα, που γνώριζα ότι δεν είχαν γίνει ποτέ. Όχι μόνο επειδή απλά είχα τη δυνατότητα να το επιβεβαιώσω, αλλά και επειδή γνωρίζω καλά τους Φινλανδούς και μάλιστα ήξερα προσωπικά τους υποτιθέμενους αξιωματούχους, σε σημείο που να είμαι βέβαιος ότι δεν υπήρχε καμία απολύτως περίπτωση να κάνουν τις δηλώσεις που υποτίθεται ότι έκαναν. Την εποχή Γιωργάκη και των πρώτων μνημονίων διάβασα δηλώσεις/συνέντευξη του Ρεν, που πήρε και διαστάσεις σύγκρουσης μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, οι οποίες δεν είχαν γίνει ποτέ. Ο δημοσιογράφος υποτίθεται ότι είχε πάρει τότε συνέντευξη από τον Ρεν στις Βρυξέλλες, που ο Ρεν εκείνη την εποχή βρισκόταν στη Φινλανδία για εβδομάδες, για κάποιες πολύ κρίσιμες διεργασίες για το μέλλον του Κεντρώου Κόμματος, που ο ίδιος μάλιστα ονειρευόταν την προεδρία του και δούλευε προς αυτήν την κατεύθυνση. Όταν μάλιστα του μετέφερα τι είχε γραφτεί, όντας πολύ Φινλανδός, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είναι δυνατόν κάποιος να γράψει ένα τέτοιο ψέμα και με αυτήν τη λογική δεν ήξερε και πώς να το αντιμετωπίσει.

Στην Ελλάδα, κάποια στιγμή κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’80, η δημοσιογραφία πήρε έναν καινούριο ρόλο στην επικαιρότητα. Δεν έβλεπες τις ειδήσεις των 9 για να μάθεις τι γίνεται στον κόσμο, αλλά για να δεις το καινούριο σόου του Ευαγγελάτου. Η δημοσιογραφία δεν ήταν πλέον για να ενημερώνει, ήταν ένα σόου που ξεπερνούσε πια τα όνειρα και αυτών ακόμα των δημιουργών ανάλογων σόου, των Αμερικανών. Αυτό, που στις περισσότερες χώρες ονομάζεται κιτρινισμός, στην Ελλάδα ξαφνικά έγινε ειδήσεις. Αν ο Ευαγγελάτος ήταν στην Αγγλία, θα δούλευε στη Μail, την πιο κίτρινη κωλοφυλλάδα που υπάρχει και στην Αμερική στο FOX news, ένα κανάλι που η κάθε είδηση είναι τεκμηριωμένο ψέμα. Στην Ελλάδα κάποια εποχή ο Ευαγγελάτος με το μπαζούκας, έσπαγε ρεκόρ στα μηχανάκια μετρήσεων. Και αυτό το αποκαλούσαν δημοσιογραφία.

Υπήρχε και ο Τριανταφυλλόπουλος, ο Μάκης, ο οποίος μάλιστα έκανε τον κιτρινισμό επιστήμη. Και άλλοι και άλλοι και άλλοι. Υπήρξαν ακόμα και σπυράκια της δημοσιογραφίας που ανταμειφθήκαν για τη διαπόμπευση του επαγγέλματος με βουλευτικές έδρες. Άνθρωποι που εσκεμμένα πολέμησαν κάθε ηθική στη δημοσιογραφία για τα προσωπικά τους οφέλη και προώθηση. Γιατί βλέπεις τις ειδήσεις στο Mega; Γιατί παίζουν Τρέμη και Πρετεντέρης. Σαν να λες παίζει ο Σεφερλής. Η δημοσιογραφία δεν έπαιζε.

Και όλοι αυτοί έκαναν κάτι πολύ χειρότερο. Εκπαίδευσαν μελλοντικούς δημοσιογράφους και κοινό. Αυτήν τη στιγμή, το κοινό θέλει να παρακολουθεί ειδήσεις με την Τρέμη και τον Πρετεντέρη (παραδείγματα είναι), όχι επειδή δείχνουν καλύτερα ή πιο αντικειμενικά τι συμβαίνει στην Κολωνία ή στην Ουάσιγκτον, αλλά ακριβώς επειδή το κάνουν σόου και το φέρνουν στα μέτρα του σόου που θέλουν ή τους επιβάλλουν να παρουσιάσουν. Πάντως, επαναλαμβάνω, ειδήσεις δεν βλέπουν. Ευαγγελάτο βλέπουν, Τρέμη βλέπουν, Πρετεντέρη βλέπουν, ειδήσεις δεν βλέπουν. Πολύ χειροτέρα, δεν τους ενδιαφέρει τι έχει να πει ο κάθε συνεντευξιαζόμενος, αλλά με μια διάθεση κανιβαλιστική, κουτσομπολίστικη, θέλουν να δουν τη διαπόμπευση του συνεντευξιαζόμενου κι αν δεν το πάρουν, εξαγριώνονται επειδή έτσι έχουν εκπαιδευτεί. Τους είναι αδιάφορο το τι θα πει ο κάθε πολιτικός, σε όποιο χώρο κι αν ανήκει. Δεν τον ακούν, δεν τους ενδιαφέρει. Αυτό που μετράει είναι η διαπόμπευσή του. Και σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο πολλές φορές αλαζονικός «δημοσιογράφος» παραπλανεί, καθοδήγει, διακόπτει, διασύρει τη συζήτηση και την κάνει δημόσια εκτέλεση με ένα πολυβόλο.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο άλλος πλαστογραφεί και φοράει περούκα, έτοιμος να δημιουργήσει την είδηση, για χάρη του σόου κι όχι της δημοσιογραφίας. Γιατί η δημοσιογραφία είναι νεκρή, ζήτω το σόου.

Αυτόν τον καιρό, συμβαίνουν τρομακτικές αλλαγές στο χώρο των ΜΜΕ και αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι η χαλαρή αντίδραση των πολιτών παρά τις κραυγές ακόμα και πολιτικών που θα ευνοηθούν από αυτές τις αλλαγές. Ο λόγος που ο κόσμος δεν αντιδρά, είναι γιατί αυτό που περιμένουν είναι το …καινούριο σόου που οι καινούριοι τους υπόσχονται και όχι τη χαμένη τιμή της ενημέρωσης. Τα ίδια τα ΜΜΕ κατάφεραν να γίνουν είδηση και μάλιστα με τον χειρότερο τρόπο, κουτσομπολίστικα και κανιβαλιστικά. Άρα ποια αντίδραση; Τώρα περιμένουμε στημένοι στην κλειδαρότρυπα να δούμε τη συνέχεια. Πού θα πάει η Μενεγάκη και πού η Τρέμη. Ποια δημοσιογραφία; Και σε αυτό έχουμε ευθύνη και εμείς, που ζούμε και υπηρετούμε τον χώρο. Γιατί πρώτοι εμείς αφήσαμε τα παράσιτα της σόου μπίζνες να αναγορευτούν σε δημοσιογραφία και να γίνουν η εικόνα μας και το πρόσωπό μας προς το κοινό. Τώρα πια όταν λες δημοσιογράφος, ο άλλος βλέπει Ευαγγελάτο, Πρετεντέρη και τον παπαγάλο του Μάκη κι άντε εσύ να τον πείσεις, ότι δεν είσαι ελέφαντας, πόσο μάλλον δημοσιογράφος.

Ο δημοσιογράφος λοιπόν μεταφέρει την είδηση, την ερμηνεύει, την αναλύει. Ο δημοσιογράφος ψάχνει την είδηση, τη μυρίζεται στον αέρα και στα ψιλά γράμματα, κυνηγάει το λαβράκι. Ο δημοσιογράφος πάνω από όλα έχει δημοσιογραφική ηθική κι όχι υπόσταση παρουσιαστή ριάλιτι σόου.

 

Θάνος Καλαμίδας

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s