Παράξενη γιορτή

Είμαστε όλοι μαζί στο αυτοκίνητο και τριγυρίζουμε στα στενά. Η μουσική παίζει, τα πιτσιρίκια στο πίσω κάθισμα μαλώνουν και κάτι προσπαθούμε να συζητήσουμε, παρατηρώντας γύρω μας τη γειτονιά. Ένα από τα πράγματα που έπαψα να κάνω στο αυτοκίνητο από τότε που ήρθαμε στην Αθήνα, είναι να έχω το χέρι κολλημένο στο ράδιο για να ψάχνω μέσα από τα παράσιτα έναν σταθμό της προκοπής. Έτσι δεν ξέρω τι να κάνω με τα χέρια μου και τα χώνω στις τσέπες. Από συνήθειο κοιτώ κάθε τόσο προς το ράδιο, λες και περιμένω να σταματήσει ξαφνικά για ν’ αρχίσω πάλι το ψάξιμο.

ovi_greece_0916_072aΑν αγνοήσω τη φασαρία στο πίσω κάθισμα και αυτό το πρόσφατα κομμένο χούι που με αποσυντονίζει, μπορώ να πω ότι είναι μια ήσυχη βόλτα. Όσο ήσυχα μπορείς να πεις ότι είναι σε μια γειτονιά της πρωτεύουσας που επέστρεψε στους ρυθμούς της. Αρχές Ιουλίου ήταν όταν είδαμε για πρώτη φορά τον Υμηττό απέναντι από την αυλή μας. Ο Βύρωνας μας έμοιαζε με μεγάλο χωριό. Τα βράδια αποκοιμιόμασταν με μουσικές από το θέατρο και τις φωνές των παιδιών στο διπλανό πάρκο. Κάπου κάπου, περνούσε και κανένα αμάξι. Τώρα, μοιάζει με χωριό τη μέρα μεγάλης γιορτής. Πού ήταν κρυμμένος όλος αυτός ο κόσμος;

Θυμάμαι το πρώτο σοκ όταν βρεθήκαμε να στεκόμαστε μπροστά στη θεόστενη είσοδο του καινούργιου μας σπιτιού που το είχαμε δει μόνο σε φωτογραφίες, στην άκρη ενός θεόστενου δρόμου, με τις κούτες να σχηματίζουν δίμετρη πυραμίδα και η ώρα να είναι 1 το βράδυ. Στη γωνία πέντε κάδοι σκουπιδιών, όλοι να ξεχειλίζουν και τα σκουπίδια να βγαίνουν μέχρι απέναντι. Φυσάει ένας διαολεμένος αέρας που στροβιλίζει τις σκισμένες σακούλες και τα χαρτιά και τα φέρνει στα πόδια μας. Ο δρόμος είναι ελάχιστα φωτισμένος και δε βλέπουμε τι είναι πέρα από τη μύτη μας. Απελπισία, σκέφτηκα αμέσως. Εδώ ήρθαμε;

Κατά τις τρεις τα ξημερώματα τα είχαμε ανεβάσει όλα επάνω. Δεύτερος όροφος, χωρίς ασανσέρ. Ένα διόροφο σπίτι στρωμένο με μωσαϊκό και κάτι παράξενα στόρια στα παράθυρα που δεν έχω ξαναδεί. Μόνη παρηγοριά εκείνης της πρώτης νύχτας, η μεγάλη βεράντα, που πια τη λέμε αυλή. Κοιτούσαμε την πόλη να απλώνεται και να ανεβαίνει και νιώθαμε πως ήμασταν χωμένοι μέσα σε μια τεράστια λακκούβα. Όλα φαίνονταν διαφορετικά στο φως της επόμενης μέρας. Τώρα το συνηθίσαμε. Έτσι συνηθίσαμε και τις βόλτες μέσα στα στενά.

Σταματημένο το αμάξι σ’ ένα φανάρι. Μια ηρεμία μέσα στον τρελό ρυθμό μου κάνει εντύπωση. Είναι ωραία, σκέφτομαι. Παράξενα, μα ωραία. Τα πιτσιρίκια ακόμα μαλώνουν για κάτι που δεν έχουμε καταλάβει, το ράδιο παίζει κι εγώ με τα χέρια που δεν ξέρω τι να κάνω στις τσέπες, πιάνω με την άκρη του ματιού μου μια παραφωνία δίπλα μου.

Ένας κάδος σκουπιδιών με το καπάκι ανοιχτό να χάσκει, και στη γωνία να ισορροπεί μια τούρτα γενεθλίων με ένα και μοναδικό κερί στη μέση. Άθικτη. Το κερί καμένο στεκόταν πάνω στη σοκολατένια τούρτα σαν έπαθλο, σα να περίμενε τη γιορτή που δεν έγινε ποτέ. Ποια γενέθλια δε γιορτάστηκαν; Ποια επέτειος; Ποια χαρά έμεινε αμοίραστη; Μια φοβερή μελαγχολία με τύλιξε εκείνη τη στιγμή, τόσο μεγάλη που έγινε κόμπος και γύρισα τα μάτια μου αλλού.

Αυτή είναι η καινούργια, παράξενη γειτονιά μου. Και κάπου, σε κάποιο από όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα και παλιά και καινούργια σπίτια, κάπου πίσω από όλα αυτά τα φωτισμένα και σκοτεινά και ανοιχτά και κλειστά παράθυρα, κάπου, κρυμμένη πίσω από παλιές και θωρακισμένες πόρτες, μια γιορτή δε γιορτάστηκε ποτέ. Τι κρίμα.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s