Η κυκλοθυμική σου στίξη

Ένα απόγευμα – δεν θυμάμαι ποιας ακριβώς χρονιάς, νομίζω ήταν δίσεκτη – πήρες ξαφνικά την απόφαση να με θάψεις ζωντανή κι ύστερα έθαψες κι εσένα.

Μα πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό, έτσι αυθαίρετα, χωρίς να με ρωτήσεις;

Κι από τότε ζούμε κι οι δυο κάτι μέρες τεράστιες, ατέλειωτες, αιώνιες, που αρχίζουν το ξημέρωμα και τελειώνουν τα χαράματα, μέρες δίχως νύχτες για να ξαποσταίνουμε λιγάκι.

Κι έχουν περάσει χρόνια από κείνο το απόγευμα – δεν θυμάμαι πόσα, ούτε κι εσύ μάλλον…

Καταδικασμένοι κι οι δυο στην αιώνια αϋπνία των ζωντανών νεκρών, φτωχαίνουμε όλο και περισσότερο σε στιγμές. Μα ακόμα αναπνέουμε, πώς μπόρεσες, να μας θάψεις ζωντανούς;

Το μόνο που αναγνωρίζω πια, εκείνη την κυκλοθυμική σου στίξη. Τα ερωτηματικά και τα θαυμαστικά σου, να κρατούν τις λέξεις πάντα σε απόσταση – σχεδόν πάντα – με μια ανεξήγητη καχυποψία. Και τ’ αποσιωπητικά σου – από μένα τα ‘μαθες αυτά – λευκό μεταξωτό σεντόνι, να προστατεύει τις αμέτρητες σιωπές σου.

Δεν θυμάμαι από πότε, δεν ξέρω πώς, μα υπάρχουμε ακόμα εκεί, στο μέρος που μας έθαψες.

Ovi_greece_0916_029a

Λίλιαν Μπαντάνη

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s