Ανθρώπινες Ασπίδες

Ovi_greece_0916_035aΌταν ξεκίνησα Το Παιδί από τη Βαρσοβία του Άντριου Μπόροβιτς από τις εκδόσεις ΚΑΠΟΝ, αρχικά δεν ξετρελάθηκα, παρόλα τα διθυραμβικά σχόλια που είχα διαβάσει καιρό πριν. Εντάξει, εξ’ αρχής γνώριζα ότι επρόκειτο για ένα ακόμη επεισόδιο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που πάντα ως κεντρικό θέμα άπτεται των ενδιαφερόντων μου. Από τη άλλη, έχω διαβάσει δεκάδες βιβλία ανάλογης θεματολογίας, ποτέ όμως δεν είχα την εμπειρία της μυθιστορηματικής ιστορίας συγκεκριμένα της Πολωνίας, με εξαίρεση την ταινία του Roman Polanski, Ο πιανίστας, που λατρεύω. Και βασικά, δύο ήταν τα κριτήρια επιλογής μου ως προς τον συγκεκριμένο τίτλο: το πρώτο, όπως ήδη προανέφερα, η εστίαση στην Πολωνία, και το δεύτερο, το γεγονός ότι επρόκειτο για πρωτοπρόσωπη αυτοβιογραφική αφήγηση του Άντριου Μπόροβιτς, όπως κατέγραψε τα γεγονότα που ο ίδιος βίωσε ως έφηβος – μόλις 15χρονος το 1944 – συμμετέχων στον αντιστασιακό “Στρατό της Πατρίδας” της χώρας του.

Ωστόσο, ξεκινώντας την αφήγησή του από το 1934 και για αρκετές σελίδες στην αρχή του βιβλίου, όλες εκείνες οι λεπτομέρειες γύρω από τα όπλα, τις ονομασίες και τη χρήση τους, ενός πεντάχρονου αγοριού που μεγάλωνε στο στρατιωτικό περιβάλλον του Συνταγματάρχη Στανισλάβ Μπόροβιτς – του πατέρα του – και επιθυμούσε να ακολουθήσει την ίδια με εκείνον καριέρα, μου θύμισε… όλα τα νεαρά απανταχού αγόρια, που παίζουν με όπλα και στρατιωτάκια, θέλουν να γίνουν αξιωματικοί, στην καλύτερη στρατιώτες και… επιθυμούν να βρεθούν στη μάχη! Κάπως έτσι εξελίχθηκε και η παιδική ηλικία του συγγραφέα, παίζοντας με τα στρατιωτάκια του, φορώντας τα καπέλα της στολής του πατέρα του και “κατασκευάζοντας στρατόπεδα και φρούρια για τους τενεκεδένιους και μολυβένιους στρατιώτες του”, ευελπιστώντας ότι σύντομα θα ερχόταν η ώρα που και εκείνος θα γινόταν αξιωματικός και θα πήγαινε στον πόλεμο. Με τη διαφορά, ότι ο πόλεμος δεν είναι παιχνίδι…

Εξοικειωμένος ο Αντρέι, όπως και οι περισσότεροι Πολωνοί, με τη συνύπαρξη των Εβραίων, γνώριζε μάλιστα από πολύ μικρός, ότι “η προπολεμική Πολωνία είχε τη μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα στην Ευρώπη, αριθμώντας πάνω από 3.000.000 Εβραίους, που αποτελούσαν το ένα δέκατο του συνολικού πληθυσμού”. Γνώριζε εξίσου την ιστορική τους προέλευση στη χώρα του, που είχε ρίζες από την εποχή ακόμα του Μεσαίωνα. Ως παιδί μπερδευόταν με τις ορολογίες, τις εκκλησίες και τις συναγωγές, τις εθνικότητες και τις θρησκείες. “Ήμουν παιδί μακάριο στην άγνοιά μου για τα υπέρ και τα κατά του Σιωνισμού”, γράφει, σχεδόν απολογούμενος, για την παιδική του ηλικία. Μπορεί να μην γνώριζε για τον Σιωνισμό, ωστόσο γνώριζε, ότι ο γιατρός που μπαινόβγαινε στο σπίτι τους, όπως και αρκετοί φίλοι με τους οποίους ο πατέρας του “έπαιζε μπριτζ” ήταν Εβραίοι. Επίσης γνώριζε, ότι τα Εβραιόπουλα της τάξης του δεν συμμετείχαν στο μάθημα των Θρησκευτικών και κατά τη διάρκειά του, “μάζευαν τα βιβλία τους και περνούσαν την ώρα στην αίθουσα ψυχαγωγίας”, ενώ τα Σάββατα παρακολουθούσαν κανονικά τα μαθήματα με τα υπόλοιπα παιδιά, αλλά μετά, “έμεναν να κάνουν τις δικές τους προσευχές και Θρησκευτικά με έναν ραβίνο”. Η ζωή είναι απλή και όμορφη, όταν ο πόλεμος περιορίζεται στα τενεκεδένια στρατιωτάκια…

Ο Αντρέι άρχισε να συνειδητοποιεί τι σημαίνει πόλεμος, όταν τον Σεπτέμβριο του 1939 με τον αληθινό πόλεμο να έχει ήδη ξεσπάσει, αναγκάστηκε να φιλοξενηθεί για διάστημα δύο μηνών στον αδερφό του πατέρα του, μακριά από την πόλη όπου ζούσε, για λόγους ασφαλείας. Εκεί γνωρίστηκε με τους αληθινούς βομβαρδισμούς, με τα πρώτα οδοφράγματα, με την έννοια της πολιορκημένης πόλης, που λίγο αργότερα συνθηκολόγησε και παραδόθηκε. Μέχρι τον Γενάρη του 1940, γνώρισε τη Διεθνή και είδε για πρώτη φορά, να σκοτώνουν μπροστά στα μάτια του κάποιον που προσπαθούσε να διαφύγει παράνομα, εικόνα που χαράχτηκε για πάντα στην παιδική του μνήμη. Και τότε ο πόλεμος έπαψε να είναι πια ψεύτικα φρούρια και μολυβένια στρατιωτάκια…

Όλο τον χειμώνα και μέχρι την άνοιξη του ’41, κυκλοφορούσαν φήμες ότι η περιβόητη συμμαχία μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και κομμουνιστικής Ρωσίας επρόκειτο να χαλάσει και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, το Παρίσι παραδόθηκε στα χέρια των κατακτητών του. Ο Αντρέι μάθαινε όλο και περισσότερα γύρω από τους όρους της ειρήνης, των σπασμένων συμμαχιών και του πολέμου και μαζί μ’ αυτά και άλλες, νέες ορολογίες, όπως τη σημασία του όρου Rassenschande, μιας “μολυσματικής” ασθένειας του έρωτα, που οδηγούσε στη “φυλετική ατίμωση και στη μόλυνση του αίματος των Αρίων”. “Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό, ότι το σεξ μπορούσε να αποτελεί έγκλημα για θανατική καταδίκη”, σημείωνε ο Αντρέι, που έμπαινε όλο και βαθύτερα στο πραγματικό πολεμικό “παιχνίδι”, με τους φρικαλέους και απεχθείς δικούς του όρους…

Ovi_greece_0916_035b.gifΈναν χρόνο μετά, το καλοκαίρι του 1942, η μικρή πόλη στην οποία ζούσε, εκκενώθηκε αιφνίδια απ’ όλους τους κατοίκους εβραϊκής καταγωγής, μεταξύ αυτών και φίλους του Αντρέι. “Δεν είχαμε ιδέα για όλα αυτά. Το μόνο που γνωρίζαμε ήταν, ότι αυτοί οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που ζούσαν δίπλα μας, είχαν συγκεντρωθεί, για να ξεκινήσουν ένα τρελό ταξίδι προς ένα αβέβαιο μέλλον, χωρίς λέξη διαμαρτυρίας είτε από τους ίδιους, είτε από κάποιον άλλο […] Πολύ θα ήθελα να φωνάξω μερικά λόγια αντίστασης, αλλά δεν είχα τα κότσια”.

Σε ηλικία 14 ετών, ο Αντρέι Μπόροβιτς είχε ήδη εισέλθει στα αντιστασιακά κυκλώματα, εκτελώντας βοηθητικές εργασίες, συχνά χωρίς ούτε καν να το γνωρίζει ακόμα. Στο τέλος του καλοκαιριού του 1943, λίγο μετά τα 15α γενέθλιά του, ορκιζόταν, “υπόσχομαι ότι θα υπηρετήσω τις Γκρίζες Τάξεις, θα κρατώ τα μυστικά τους, θα υπακούω εντολές και δεν θα διστάσω να θυσιάσω και τη ζωή μου ακόμα”. Στη Βαρσοβία ορκίστηκε πίστη στον αντιστασιακό στρατό ο 15χρονος Αντρέι Μπόροβιτς, εκεί γνώρισε το Γκέτο των Εβραίων, εκεί πώς να πετά χειροβομβίδες και να κρατάει όπλο.

63 ημέρες διήρκησε η Εξέγερση της Βαρσοβίας κι ο νεαρός Αντρέι γνώρισε όλη τη φρίκη και τους κινδύνους του πραγματικού πολέμου, συμμετέχοντας τόσο στις αιματηρές οδομαχίες της πόλης, όσο και στους αγώνες των υπογείων περασμάτων της, ώσπου “ένιωσε ότι είχε πια ενηλικιωθεί”. Είδε με τα μάτια του τις εκτεταμένες θηριωδίες των ναζί σε όλο τους το μέγεθος. Τους είδε να μεθούν με νοσοκομειακό οινόπνευμα και σε επίδειξη ισχύος, να βιάζουν ετοιμοθάνατους καρκινοπαθείς. Τους είδε να δημιουργούν “ανθρώπινες ασπίδες” από Πολωνούς πολίτες, εξαναγκάζοντας με αυτόν τον τρόπο τους Αντάρτες, να μην τους χτυπήσουν. Τα ψεύτικα φρούρια του μικρού Αντρέι μετατράπηκαν σε “ζωντανά ανθρώπινα οδοφράγματα”, κατασκευασμένα από συμπολίτες του, σε μια προσπάθεια των ναζί να σπάσουν το ηθικό τους και να τους στρέψουν κατά της εξέγερσης των ανταρτών. Είδε τη Βαρσοβία να ισοπεδώνεται, για να ξαναχτιστεί απ΄ την αρχή από τους ναζί, “ως Γερμανική πόλη πρότυπο, μόλις αυτή η κουραστική επανάσταση του Κόκκινου κύματος αναχαιτιζόταν”. Την είδε και την έζησε, “άδειο κέλυφος, με γερμανική φρουρά”.

Στο τέλος του πολέμου, ο τραγικός απολογισμός για την Πολωνία ήταν 6.000.000 νεκροί, μισοί από αυτούς Εβραίοι, πολλοί από τους υπόλοιπους θύματα του πολωνικού αντιστασιακού ανταρτοπολέμου.

 

Λίλιαν Μπαντάνη

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ανθρώπινες Ασπίδες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s