Ουτε τα μάτια πια δεν ξέρουν τι να πουν

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου ήρθαν, όλοι, εκείνα τα χρόνια, από την μικρά Ασία. Άφησαν πίσω τους τα σπίτια τους, τους φίλους, Έλληνες και Τούρκους,  αγκαλιαστήκανε σφιχτά μαζί τους, και ξεκινήσανε το μακρύ δρόμο για να έρθουν στη χώρα που είχε γεννήσει τους προγόνους τους. Είδαν από μακριά, φαντάζομαι, καθώς τραντάζονταν τα κάρα τους την Προύσα να ξεχωρίζει μες στο κατάφυτο βουνό, είδαν τα ακρογιάλια του Τσεσμέ να λάμπουν κάτω από τον ήλιο, και δάκρυσαν γνωρίζοντας στα αληθινά, πως δεν θα τα ξανάβλεπαν ποτέ όσα άφηναν.

Δεν χάθηκαν μέσα στη χαλασμό του πολέμου και τον ξεριζωμό. Ήρθαν σώοι, ξεσπιτωμένοι, μα σώοι. Γι’ αυτό είχαν το κουράγιο να παλέψουν σαν έφτασαν. Δεν νοιάζονταν  για τις περιουσίες που χάσανε, αφού οι μεγαλύτερές τους περιουσίες ήταν ακόμα δίπλα τους, οι άνθρωποί τους, κι ακόμα όλοι οι άλλοι που ήτανε γύρω, δικοί τους κι αυτοί, ίδια φυλή κι ίδια θρησκεία. Τα υπάρχοντά τους δεν τα ζηλεύανε, νοικοκύρηδες ήταν κι αυτοί με το παραπάνω, θα ξεκινούσαν τα εμπόρια, τις τέχνες τους, και οι ζωές τους θα κυλούσαν πάλι απ’ την αρχή. Είχε ο Θεός για όλους.

Κι όμως δεν έγιναν έτσι κατά πως τα πιστεύανε. Ό,τι τους χαρίστηκε από το κράτος, το δώσαν πίσω, ελεημοσύνη δεν θέλανε, ευκαιρίες ίσες γυρεύανε και συμπάθεια. Είναι βαρύ φορτίο, όπως και να’ ναι, η προσφυγιά και θέλει συμπαράσταση. Αυτή δεν τους χαρίσανε ίσα ίσα. Μόνο αντίθετα, ήταν για πολλούς από τους αυτόχθονες, η απειλή που απειλούσε τη ηρεμία τους, ο κίνδυνος να ζημιώσουν οικονομικά και να μπασταρδευτούν απ’ τους τουρκόσπορους.

Ζορίστηκαν πολύ, μα τα κατάφεραν. Γίνανε πάλι νοικοκυραίοι, κάνανε σπίτια, δουλειές, νέες οικογένειες και σιγά σιγά συγχωνεύτηκαν κι αυτοί δίνοντας το δικό τους μερίδιο στην πρόοδο, στην οικονομία και στον πολιτισμό.

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει κανείς στον κόσμο που να μην έχει κάτι να προσφέρει για να καλυτερέψει η ζωή και ο άνθρωπος. Αρκεί όταν απλώσει εκείνος το χέρι του για να μας το χαρίσει, να ανοίξουμε κι εμείς την παλάμη για να το δεχτούμε.

Ovi_greece_0916_027a.gif

Γνώρισα πολλούς αλλόφυλους στη ζωή μου. Και η αλήθεια είναι, πως παλιότερα πίστευα πως ζω σε μια χώρα που δεν είναι εχθρική ούτε φοβική προς τους ξένους. Άλλωστε πως θα μπορούσε με όσα είχαν προηγηθεί?

Όταν πρωτοάρχισε η εισροή των βορειοηπειρωτών και ρωσοποντίων, όλα φαινόταν πολιτικοκοινωνικά ορθά. Ήταν οι δικοί μας άνθρωποι, που επιτέλους θα γυρνούσαν στον τόπο τους κι εμείς είχαμε κάθε λόγο να τους καλοδεχτούμε.

Μόνο που μαζί τους έφτασαν και οι άλλοι. Αυτοί που, όχι μόνο δεν ήταν δικοί, μα γι’ ακόμα μια φορά, απειλούσαν την ασφάλειά μας.

Ήρθαν και πιάσανε τρώγλες για σπίτια, που κανείς δεν θα δεχότανε να κατοικήσει.

Ήρθαν και ζήτησαν να καθαρίζουν τη βρωμιά από τα σπίτια μας, να ψήνονται στον ήλιο στα χωράφια μας και στις οικοδομές μας, δουλειές πολύ κοπιαστικές για μας αναλογικά με την αμοιβή τους.

Ήρθαν και έστειλαν τα παιδιά τους στα σχολεία μας, για να μάθουν ελληνικά και να μπορούν να ενσωματωθούν, μήπως και βρουν ένα τόπο για να ζήσουν καλύτερα εκείνα τη ζωή τους.

Σ’ ένα τέτοιο σχολείο μιας παλιάς παραδοσιακής γειτονιάς, με πολλά αλβανάκια, πρωτογνώρισα τους φίλους του γιού μου. Μικρά αλβανάκια που μοχθούσαν να μάθουν τη γλώσσα και να γίνουν καλοί μαθητές, γλυκύτατα παιδάκια που πάσχιζαν να κερδίσουν φίλους.

Όσο ήταν δύσκολα όλα για τους ίδιους, άλλο τόσο έγιναν απογοητευτικά, ντροπιαστικά για μένα. Βλέπετε, χρόνο με το χρόνο άδειασε το σχολείο από έλληνες. Ξεγράφτηκαν οι μαθητές της συνοικίας, να μην πηγαίνουν στο σχολείο με τα αλβανάκια και μένουν πίσω στην πρόοδο. Μόλις τελείωσε ο γιός μου το δημοτικό, το σχολείο έκλεισε, ελλείψει μαθητών. Είχανε μετεγγραφεί όλοι, εκτός από τους ξένους, σε άλλα σχολεία, με έλληνες μαθητές για να μην πάνε πίσω και μάθουνε στις κακές συναναστροφές. Πρόσφυγες σχολικοί και οι μεν και οι δε, χάσανε και πάλι τους φίλους τους.

Όλα αυτά μου ξανάρθαν στο νου χτες, γι’ ακόμα μια φορά.

Είδα κι εγώ όπως όλοι, το παιδάκι από τη Συρία, που κοιτούσε με απλανές βλέμμα μέσα από το ασθενοφόρο χωρίς μιλιά. Είδα κι ένα video πριν λίγη ώρα, όπου ένα άλλο παιδάκι του ίδιου πολέμου, ζητούσε να μην το εγκαταλείψουμε γιατί έχει ανάγκη από τροφή, νερό και ρούχα. Είδα όλους αυτούς τους μήνες πολλά παιδιά να περπατάνε στο πλάι της εθνικής και να κάθονται δίπλα στο δρόμο, κρατώντας ό, τι μπορούσαν να κουβαλήσουν στα μικρά τους χέρια, ώσπου να φτάσουν περπατώντας στην Αθήνα. Σε όλα διέκρινα το ίδιο απλανές βλέμμα. Από τα αλβανάκια του δημοτικού, ως τον μικρό του ασθενοφόρου. Μόνο το ίδιο «γιατί;» να συνοδεύει το ίδιο «τι συμβαίνει;».

Αλίμονο.. Είναι κόλαση ο πόλεμος και η βία που γεννάνε την προσφυγιά.

Κι αλίμονο.. είναι τραγικό να νοιώθεις, όπου βρεθείς, ο αποδιοπομπαίος τράγος..

Άραγε, λέω καμιά φορά, είναι γι’ αυτό που όταν αναπολούσαν οι παππούδες μου, εκείνοι οι πρώτοι, έλληνες, πρόσφυγες στη χώρα, έλεγαν πάντα « όταν ζούσαμε στην πατρίδα….»

Υ.Γ. Τα αλβανάκια είναι παλικάρια και κοπέλες πια, φίλοι μας ακόμα. Σπουδάζουν όλοι και ελπίζουν πως θα φτιάξουν τα πράγματα στην Ελλάδα, ώστε να μην χρειαστεί να φύγουν από τη χώρα που μάθανε να ζουν. Ελπίζω μόνο να μην φανούν αφιλόξενα σε όσους αναγκαστούν να αφήσουν τις δικές τους πατρίδες και ζητήσουν να τους στηρίξουμε στη δική τους ανάγκη για καταφύγιο.

Σμαρώ Μαρδύρη

20-8-2016

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s