Λωξάντρα

Μια από τις πιο… “ξέφρενες” στιγμές των φετινών καλοκαιρινών μου διακοπών υπήρξε η, μετά από πολλά χρόνια, επαναπροβολή της ελληνικής τηλεοπτικής σειράς, Λωξάντρα, βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο της Μαρίας Ιορδανίδου. Σωστά καταλάβατε, extreme καταστάσεις! Ας μην είμαστε όμως αγνώμονες και ας αναγνωρίσουμε στο σημείο αυτό την αξία του διαδικτύου, που μας παρέχει τη δυνατότητα να επιστρέφουμε στο παρελθόν, το παρόν ή ακόμα και το μέλλον, χωρίς μάλιστα… έκτακτα και διαφημίσεις.

Η Λωξάντρα ήταν από τις τελευταίες ασπρόμαυρες σειρές της ΕΡΤ, που προβλήθηκε σε τριάντα (30) 45λεπτα επεισόδια, κατά τα έτη 1980-1981, ενώ η ελληνική δημόσια τηλεόραση είχε ήδη γίνει έγχρωμη από το 1979. Ταυτόχρονα, είναι μια από τις παλαιότερες σειρές που σήμερα διασώζονται στο αρχείο της ΕΡΤ και σπάνιο αντιπροσωπευτικό δείγμα εξαιρετικής ποιότητας μεταφοράς βιβλίου στη μικρή οθόνη.

Ovi_greece_0916_023aΣε σενάριο Χρήστου Δοξαρά, σκηνοθεσία Γρηγόρη Γρηγορίου και μουσική Ελένης Καραΐνδρου, μια πλειάδα εξαιρετικών ηθοποιών μαγνητίζει τον θεατή, κυριολεκτικά τον καθηλώνει, με τη Μπέτυ Βαλάση στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Πολίτισσας Λωξάντρας, να σπάζει κάθε ρεκόρ ηθοποιίας, αγγίζοντας την απόλυτη τελειότητα μέσα από την ταύτισή της ως ηθοποιού με τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου/σειράς.

Τα χρόνια εκείνα που προβλήθηκε η σειρά, την είχα παρακολουθήσει – η αλήθεια είναι χωρίς ιδιαίτερο ζήλο – παιδί ακόμα τότε και χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις, ούτε ιστορικές, ούτε πολιτικές, ούτε κοινωνικές. Το δε βιβλίο διαβάστηκε την ίδια επίσης περίοδο, όταν, με αφορμή την προβολή της σειράς, αλλά κυρίως την απονομή μιας τιμητικής διάκρισης που έλαβα από το σχολείο “για το ήθος και τις επιδόσεις μου”, μου χαρίστηκε από τους καθηγητές μου το βιβλίο της Μαρίας Ιορδανίδου με τίτλο Σαν τα τρελά πουλιά, μια – ας πούμε – φυσική θεματική συνέχεια της Λωξάντρας. Εκείνα τα χρόνια, ήταν πολύ μεγάλη τιμή να παίρνεις διάκριση με αφιέρωση από το σχολείο και οι χειρονομίες αυτού του τύπου, περιορίζονταν αποκλειστικά και μόνο σε καλά βιβλία. Στην πορεία ήρθαν πολλά ακόμα βραβεία, κυρίως “της ανοιχτής παλάμης”, αλλά τώρα αυτό δεν είναι της στιγμής…

Η ιστορία της Πολίτισσας Λωξάντρας, ξεκινάει (και τελειώνει) στην πολυπολιτισμική Κωνσταντινούπολη, κάπου στα μέσα του 19ου αιώνα, χωρίς να προσδιορίζεται ακριβώς η χρονολογία. Τότε, που σ’ αυτήν τη μητρόπολη του κόσμου, “ξαπλωμένη σε δυο ηπείρους, με το ένα της πόδι να πατάει στο βοριά της Μαύρης Θάλασσας και το άλλο, στο νοτιά του Γαλατά”, συνυπήρχαν ειρηνικά Τούρκοι, Έλληνες, Κούρδοι, Αρμένιοι, υπό την σκιά πάντα κάποιου “πολυχρονεμένου – που κακό χρόνο να ‘χει Σουλτάνου”. Και η αλήθεια είναι, πως ο συνεχής φόβος και ανησυχία γι αυτήν τη σκιώδη παρουσία, τη μοναδική ίσως που βάραινε τον όμορφο, φιλικό και φιλόξενο αυτό τόπο, δεν ήταν αδικαιολόγητος. Με κεντρικό πάντα πρόσωπο τη Λωξάντρα, οι σκηνές, τόσο του βιβλίου όσο και της σειράς, εναλλάσσονται μεταξύ ανθρώπων που έχουν ανοιχτές τις πόρτες, τις αυλές και τις καρδιές τους για όλους, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνικότητας, με σκηνές όπου κατά διαστήματα, πληθυσμοί Κούρδων ή Αρμενίων σφαγιάζονται αιφνίδια με εντολές άνωθεν, τους δε Έλληνες να ανησυχούν για το πότε θα έρθει η δική τους σειρά.

“Αγαρηνά σκυλιά” αποκαλούσε τους Τούρκους η Λωξάντρα, “που κακό χρόνο να ’χουν, που έσφαζαν ανθρώπους”. Γιατί η Λωξάντρα δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους. Γι αυτήν, όλοι άνθρωποι ήταν κι όλους τους χώραγε η καρδιά και το σπιτικό της. Γιατί την ίδια στιγμή που η Λωξάντρα έβριζε “τ’ αγαρηνά σκυλιά”, την ίδια εκείνη ακριβώς στιγμή έμπαζε στο κατώφλι της τον γερο Αχμέτ, τον Τούρκο πλανόδιο πωλητή, “για να τον ψήσει καϊμακλίδικο καφέ, να ξαποστάσει κι αυτός μια στάλα, που γύριζε απ’ το πρωί στους δρόμους, φωνάζοντας: Σαλέπ’! Σαλέπ’! και να τον φιλέψει τας κεμπάπ, γιαλαντζί ντολμάδες και φρέσκο χαλβαδάκο, που τόσο πολύ τον άρεσε”. “Γιε μου”, αποκαλούσε η Λωξάντρα και τον Ταρνανά, τον πιστό Αρμένιο υπηρέτη του σπιτιού της και σαν γιο της τον αντιμετώπισε μια ζωή ολόκληρη. Με τ’ όνομά του στα χείλη της σηκωνόταν κάθε πρωί η κυρά Λωξάντρα κι αυτόν καληνύχτιζε τελευταίο, κάθε βράδυ. Μαζί γερνούσαν, μαζί πορεύτηκαν μια ζωή ολόκληρη κι εκείνη χρειάστηκε ακόμα και να τον κρύψει, για να τον προστατεύσει από τις σφαγές των Αρμενίων και να του εξασφαλίσει τα προς το ζην, όταν για ένα διάστημα εγκατέλειψε την Πόλη. Κι όταν αρρώσταινε ο Γκογκόζ, ο νεαρός Κούρδος για τα θελήματα της γειτονιάς, αγίασμα του έδινε η Λωξάντρα, από την Παναγία την Πανουκλιώτισσα, που ήταν θαυματουργό για όλους, Χριστιανούς κι αλλόθρησκους.

Και κάπως έτσι κυλούσε η ζωή στην Πόλη, μέσα από γέλια, τραγούδια και χαρές, λαχτάρες, τάματα και αγκαλιές, μυρωδιές και καρυκεύματα και κυρίως, μέσα από μεγάλα οικογενειακά τραπέζια – την πιο αγαπημένη ασχολία της κυρά Λωξάντρας – γύρω από το οποίο μαζεύονταν οι δικοί της άνθρωποι και προπαντός τα παιδιά της. Χμμμ… τα παιδιά της.. Εκείνη την εποχή, για να παντρευτεί μια κοπέλα, έπρεπε να διαθέτει συγκεκριμένα χαρίσματα, “να είναι καλόκαρδη, γερή και άξια, σοβαρή, τίμια και θρήσκα, καλή μαγείρισσα και νοικοκυρά, κατά προτίμησιν ευτραφής και όχι διανοούμενη, έξυπνη ωστόσο κι ευαίσθητη”. Έτσι περιέγραψε στην προξενήτρα ο Δημητρός – μελλοντικός σύζυγος της Λωξάντρας, χήρος με τέσσερα παιδιά – την επιθυμητή για εκείνον γυναίκα, που θα παντρευόταν και θα ανάτρεφε τα παιδιά του. Και η Λωξάντρα διέθετε όλα αυτά τα χαρίσματα. Ωστόσο ήταν μεγαλοκοπέλα, είχε ξεπεράσει δηλαδή, για εκείνη την εποχή, την ηλικία γάμου. Δικά της τα ‘κανε η Λωξάντρα τα τέσσερα παιδιά του Δημητρού κι εκείνα “Νενέκα μου” και “Μάνα» τη φώναζαν, σ’ ολόκληρη τη ζωή τους. Τέσσερα τα δικά του κι άλλα δυο που απέκτησαν μαζί, έξι παιδιά ανέθρεψε συνολικά η Λωξάντρα, που τα λάτρευε και τη λάτρευαν. Με τις έγνοιες, τις σκοτούρες τους και τις χαρές τους έζησε ολόκληρη τη ζωή της, από τον γάμο της ως τα βαθειά της γεράματα. Τα μεγάλωσε, τα σπούδασε, τα πάντρεψε, καμάρωσε εγγόνια – τελευταία μεγαλύτερη αδυναμία της η Άννα, η κόρη της μικρότερης κόρης της και συγγραφέας του βιβλίου, Μαρία Ιορδανίδου. Έζησε όμορφα και άνετα χρόνια, ξενιτεύτηκε, ξαναγύρισε, φτώχυνε, μα πάντα αντιστάθηκε στις προκλήσεις της ζωής, κρατώντας αξίες, πρότυπα κι αξιοπρέπεια, ακόμα κι όταν αυτό το απρόβλεπτο φαινόμενο που λέγεται ζωή, την έφερε αντιμέτωπη με τις δυσκολότερες καταστάσεις.

Κι ίσως σ’ αυτό ακριβώς το σημείο να κρύβεται το μυστικό της διαχρονικότητας αυτού του αριστουργήματος της Μαρίας Ιορδανίδου. Η Λωξάντρα της, γραμμένη το 1963, μέσα από τη διατήρηση των δικών της αρχών και προτύπων, συνεχίζει να αποτελεί πρόκληση για μας, μπροστά στα χρόνια της αβεβαιότητας και της οικονομικής δυσπραγίας που διάγουμε και στην ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε τις ζωές μας.

Λίλιαν Μπαντάνη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s