Σαρλ Μπωντλαίρ

Στις 31 Αυγούστου του 1867, πεθαίνει από πάρεση και αφασία, στη γενέτειρά του, το Παρίσι, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γαλλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Σαρλ Πιερ Μπωντλαίρ (Charles Pierre Baudelaire).

Ovi_greece_0816_043a.gifΟ Μπωντλαίρ γεννήθηκε στις 9 Απριλίου του 1821. Ο πατέρας του ήταν μορφωμένος άνθρωπος, ερασιτέχνης ζωγράφος και αφοσιωμένος στα ιδανικά του Διαφωτισμού. Πεθαίνοντας το 1827, άφησε στον γιο του πλούσια πνευματική κληρονομιά. Έναν χρόνο αργότερα, η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε έναν άντρα, που αντιπροσώπευε όλες τις τυπικές παραδοσιακές αστικές αρχές, γεγονός για το οποίο ο Μπωντλαίρ δεν μπόρεσε ποτέ να ταυτιστεί μαζί του, ούτε και να συγχωρήσει τη μητέρα του για την επιλογή της.

Ο γάμος αυτός στάθηκε εφαλτήριο για αποφάσεις που έλαβε ο ίδιος για τη δική του ζωή, όπως η πλήρης απομάκρυνση από τον αστικό τρόπο ζωής και η απόπειρά του να ταξιδέψει στις Ινδίες, ταξίδι το οποίο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, του καλλιέργησε ωστόσο την αγάπη για τη θάλασσα και τη φαντασία του για τους εξωτικούς προορισμούς. Για τον Μπωντλαίρ, η φαντασία είναι η “βασίλισσα όλων των προικισμάτων”, είναι εκείνη που υποκαθιστά “την παραδοσιακή μετάφραση της υλικής ζωής”, την πράξη με το όνειρο.

Μεταθανάτια, ο Μπωντλαίρ αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές. Χαρακτηρίστηκε ως “ο Δάντης μιας παρηκμασμένης εποχής”. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ζωής του, ελάχιστα κατανοήθηκε από τους σύγχρονούς του και το έργο του υπέστη δριμεία κριτική. Τα Άνθη του Κακού, το πιο αντιπροσωπευτικό του ίσως έργο, εκδόθηκαν το 1857 και αμέσως καταδικάστηκαν “για προσβολή των δημοσίων και καλών ηθών”. Η εφημερίδα Le Figaro της 5ης Ιουλίου 1857, με αφορμή την κυκλοφορία του έργου του, έγραψε “Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του κ. Μπωντλαίρ”. Η επόμενη έκδοση, του 1861, αν και εμπλουτισμένη, είναι ακρωτηριασμένη κατά έξι ποιήματα. Μετά από αυτό, ο ποιητής εγκαθίσταται για ένα διάστημα στις Βρυξέλλες, όπου ο Φελισιέν Ροπ θα εικονογραφήσει τα Άνθη.

Μετά από την επιστροφή του στο Παρίσι συνδέθηκε με τη νεαρή μιγάδα, Jeanne Duval, που τον μύησε στις ηδονές και στις πληγές του πάθους. Καταχρεωμένος, το 1842, τέθηκε υπό δικαστική επιτήρηση, διάγοντας ταυτόχρονα άθλιο βίο. Το 1848, συμμετείχε στην επανάσταση των οδοφραγμάτων και λέγεται, ότι παρότρυνε τους επαναστάτες να πυροβολήσουν τον πατριό του.

Όλο το έργο του Μπωντλαίρ σχοινοβατεί ανάμεσα στην ομορφιά και την κακία, τη βία και την ηδονή, προσπαθώντας να καταδείξει τη μεταξύ τους σχέση. Ο ίδιος υπέφερε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Το Albatros επιτιμά την ηδονή που ο «χύδην όχλος» βρίσκει στο Κακό, ειδικότερα με το να βασανίζει τον ποιητή. Στο Art Romantique παρατηρεί,  “αποτελεί θαυμαστό προνόμιο της Τέχνης, το να μπορεί να μετατρέπει την φρίκη σε ομορφιά εκφράζοντάς την καλλιτεχνικά. Ο πόνος, όταν του δίνεται ρυθμός και μέτρο, γεμίζει το πνεύμα με μια γαλήνια χαρά”.

Ήταν αδύνατον για τον Μπωντλαίρ να πιστέψει ότι οποιοσδήποτε πολιτισμός θα μπορούσε να προσεγγίσει την τελειότητα. Περιφρονούσε τόσο τον σοσιαλισμό, όσο τον ρεαλισμό και τον νατουραλισμό. Τον βασανίζει διαρκώς ο εγωισμός και η μοχθηρία των ανθρώπων, η πνευματική τους παραλυσία και η απουσία συναίσθησης ως προς το τι είναι Ωραίο και τι είναι Καλό. Απορρίπτοντας τις πλάνες του ρεαλισμού και της “τέχνης για την τέχνη”, ο Μπωντλαίρ στοχεύει στο να κατακτήσει τη θεμελιώδη αλήθεια, την κοσμική ανθρώπινη πραγματικότητα στις συμπαντικές της διαστάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εκφράζει τον θαυμασμό του απέναντι στα μεγάλα μεφιστοφελικά έργα του ρομαντισμού, όπως ο Melmoth, για παράδειγμα.

Ο Μπωντλαίρ υπήρξε ο πρώτος μεταφραστής, στα Γαλλικά, του Πόε, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη διάδοση του έργου του, στην Ευρώπη. Αρκετοί θεωρούν, πως κάποιες από τις μεταφράσεις του είναι ανώτερες ακόμα κι από τα πρωτότυπα κείμενα.

Με τον θάνατό του, ενταφιάζεται στο Κοιμητήριο του Μονπαρνάς, στον ίδιο τάφο με τη μητέρα του και τον πατριό του. Το 1968, επανεκδόθηκαν τα Άνθη του Κακού, η τρίτη έκδοση, που δεν τον βρήκε εν ζωή. Η λογοτεχνική του κληρονομιά δημοπρατήθηκε και αγοράστηκε από τον εκδότη Μισέλ Λεβί, για 750 φράγκα. Η δικαστική απόφαση του 1857 ανακλήθηκε το 1949, οπότε και έγινε αποκατάσταση του πλήρους έργου του.

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s