Σεφερλικά και περί τέχνης

Στην αυτοβιογραφία του, ο Γάλλος νομπελίστας φιλόσοφος Ζαν Πωλ Σαρτρ έγραψε, ότι η περίοδος της Γερμανικής κατοχής στη Γαλλία ήταν παράλληλα η περίοδος που η Γαλλική τέχνη γνώρισε μια από τις καλύτερες στιγμές της στον 20ο αιώνα. Περιόδους καταπίεσης και ειδικά κοινωνικής καταπίεσης, η τέχνη στρατεύεται για να αποδείξει και παράλληλα να πολεμήσει αυτήν την καταπίεση, την ανεπάρκεια, την άγνοια, το ψέμα, τον λαϊκισμό του δυνάστη. Τα ελληνικά γράμματα και οι τέχνες γνώρισαν ανάλογες στιγμές στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και μάλιστα τόσο κατά την περίοδο της Αντίστασης, όσο και κατά την περίοδο της δικτατορίας. Τέχνη γινόταν από τα Γιούρα μέχρι τις γερμανικές εργατουπόλεις που φιλοξενούσαν Έλληνες εξόριστους και όταν μιλάμε για τέχνη, μιλάμε για δημιουργίες με αξιώσεις και παγκόσμια προβολή.

Αυτήν την στιγμή στην Ελλάδα, στην Ελλάδα της κοινωνικής καταπίεσης και της οικονομικής κατοχής, η τέχνη γνωρίζει μια καινούργια ακμή, που εμένα σαν εξωτερικό παρατηρητή με έχει ενθουσιάσει. Παρόλες τις σπάνιες επισκέψεις μου στην Ελλάδα, προσπαθώ να παρακολουθώ – όσο μου επιτρέπει το ιντερνέτ και οι επαφές μου – ό,τι γίνεται σε όλους τους τομείς έκφρασης και τέχνης.

Εδώ, κάνοντας μια στροφή στο παρελθόν και ειδικά στα τέλη του 20ου αιώνα ή καλυτέρα στις αρχές του 21ου και στη χρυσή εποχή του χρηματιστήριου και των ολυμπιακών, πρέπει να ομολογήσω, ότι η εξέλιξη της τέχνης γενικότερα στην Ελλάδα με είχε απελπίσει. Η τέχνη στην Ελλάδα για ένα μεγάλο διάστημα, οριζόταν από τον Κωστόπουλο και τα Κωστοπουλάκια που φύτρωναν σαν τα μανιτάρια, και τους εκλεκτούς μιας ντεμέκ και εικονικά νεόπλουτης μικροαστικής κοινωνίας ή τα απολειφάδια ενός αναβαθμισμένου κιτς, που θεωρούσε τη Μενεγάκη και τον Ρουβά μορφές μοντέρνας έκφρασης και τέχνης. Μια εποχή που εμφανίστηκαν στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο ομάδες και προσωπικότητες, όχι background, όπως αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται κάποιοι από αυτούς, αλλά λούμπεν. Μια περίοδο, που είδε τον Ψάλτη από τριτοκλασάτο κομπάρσο να θεωρείται καλτ, τον Βέλτσο φιλόσοφο και της μόδας – με μόνο επιχείρημα ότι κανένας δεν τον καταλάβαινε – και αναφορές σε ένα αόριστο δοξασμένο μέλλον μέσω του ευρώ, που θα ήταν και ένδειξη πολιτισμού.

Την ίδια ακριβώς εποχή, εξαφανίστηκε προκλητικά από τα ακούσματα των πολλών ο Μάνος Χατζηδάκις για χάρη της …Γιουροβίζιον και βγάζοντας τον πιο ηλίθιο ελληνοκεντρικό Κωστοπουλικό ρατσισμό και γκεμπελισμό σε θέματα αισθητικής, μορφές της τέχνης όπως ο Τσαρούχης αγνοήθηκαν για χάρη του κώλου της κάθε μοντέλας, που φωτογραφιζόταν …καλλιτεχνικά κάτω από τους ανεμόμυλους της Μυκόνου για το ευαγγέλιο του ελληνικού πολιτισμού, το Nitro και το Κλικ.

Η περίοδος 1990-2000, για την ελληνική τέχνη, δεν ήταν περίοδος κιτς. Αυτή ήταν κυρίως η περίοδος 1980. Η περίοδος 90-00 ήταν η περίοδος της χυδαίας αντί-τέχνης και αντί-πολιτισμού. Ήταν η περίοδος που η ελληνική ντεμέκ κοινωνία – γιατί και η τέχνη καθρέφτης της κοινωνίας είναι – ανύψωνε από τους υπονόμους το πνεύμα της Χρυσής Αυγής. Γιατί η Χρυσή Αυγή προϋπήρχε σαν πνεύμα, πριν μπει ο μικροτσούστουνος Λαγός και Κασιδιάρης στη Βουλή.

Ovi_greece_0816_089aΠροσοχή, μιλάω για το πνεύμα της Χρυσής Αυγής που δεν είναι απαραίτητα και μόνο οι ψηφοφόροι της. Απεναντίας, αυτό το πνεύμα των ξενοφοβικών, νεάντερταλ δογματικών, υποκριτικά ψευτοσυντηριτικών, ηλίθια σεξιστών, ελληνοκεντρικά ψευτοχριστιανών του αγίου παστιτσίου, ανέραστων ομοφοβικών και φασιστικά ρατσιστών, αγγίζει πολύ περισσοτέρους από τους ψηφοφόρους ενός παρασιτικού κόμματος. Και είναι υπόλειμμα μη παιδείας για λόγους «Εθνικής Ενότητας», που κρατάει την Ελλάδα και τους Έλληνες στη λάσπη για δεκαετίες παρά τις κατά περιόδους προσπάθειες για να σηκωθεί από μορφές των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών.

Η σύγχρονη αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» θέλει οπαδούς να κουνάνε μπλε, πράσινα και ροζ σημαιάκια και όχι ανθρώπους με άποψη και επιλογές. Εκπαιδεύει οπαδούς που να φωνάζουν γκολ τρώγοντας έτοιμη πίτσα, χοροπηδώντας στον καναπέ μπροστά στην 70 ιντσών τηλεόρασή τους.

Στην Ελλάδα ένα μεγάλο μέρος αυτών που έχουν γκαλερί ή εκδοτικούς οίκους, που προωθούν υποτίθεται την τέχνη και τον πολιτισμό, είναι άνθρωποι με νοοτροπία ψιλικατζή μπακάλη και κερδίζουν – γιατί τα περισσότερα εγκλήματα γίνονται με σκοπό το κέρδος – προωθώντας αυτό που βολεύει τους καναπεδάτους του γκολ. Τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, πάρε έναν πίνακα με βαρκούλες του Βαγιάννη ή τη γκόμενα με το βιολί στην παράλια στο ηλιοβασίλεμα! Πάρτε μια Δημουλίδου και έναν από τους χάρτινους δονητές της για σεξουαλικά στερημένες  πενηντάρες. Τι ακούτε; Μητρόπουλο και Χατζηδάκι; Πάρτε έναν Ρουβά να ησυχάσετε! Make love not war! Shake it!

Το χειρότερο αυτού του πνεύματος ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με την ταμπέλα «κουλτουριάρηδες». Δημιουργώντας ένα στερεότυπο και στοχοποιώντας οποιαδήποτε έκφραση θα ξέφευγε από τα πρότυπα που έβαζε η Άντζελα Δημητρίου και η Ελένη Μενεγάκη στα τηλεοπτικά πρωινάδικα.

Όπως έγραψα και παραπάνω, η περίοδος 90-00 ήταν περίοδος παρακμής για την τέχνη στην Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν αξιόλογες έως υπέροχες δουλειές σε όλες τις μορφές τέχνης, απλά είχαν να παλέψουν ένα τέρας που μεγάλωνε και κυρίως υποστηριζόταν και χρηματοδοτείτο από το κράτος και τους νέο-νταβατζήδες των ΜΜΕ κυρίως, που λυμαίνονταν την κοινωνία.

Αλλά ας γυρίσουμε στα τελευταία. Στην τελευταία μου επίσκεψη στην Ελλάδα και από Αθήνα μέχρι τη Σύρο που εγώ πήγα, είδα οάσεις τέχνης που με συγκίνησαν. Είδα από πίνακες ζωγραφικής μέχρι άκουσα μουσική που με άγγιξαν και έδειχναν ανθρώπους με αναζητήσεις, που μιλάνε στο μυαλό και στην καρδιά και όχι στο πορτοφόλι της κάθε …θα ήθελα να ήμουν Αγάπη Βαρδινογιάννη. Πολύ-πολύ περισσότερα έχω την ευκαιρία να δω στο ιντερνέτ. Εδώ οι περισσότεροι θα πρέπει να ευχαριστούμε το ιντερνέτ που δεν δίνει ευκαιρίες μόνο στις Καρντάσιαν. Από την Ορεστιάδα μέχρι τα Χανιά, βλέπω μπλόγκς, ανεξάρτητα, με δουλειές που πολλές φορές με αφήνουν άφωνο. Μια τέχνη, που για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα ήταν σε κατάσταση εμβρυική και περιθωριακή, τα κόμικς, τώρα ακμάζει. Από το κόσμημα μέχρι τη μουσική που δημιουργούν νέα παιδιά, βλέπεις μια κοινωνία που δηλώνει ότι δεν είμαστε Σεφερλήδες. Συν ότι το ιντερνέτ έχει δώσει την ευκαιρία σε πολλούς δημιουργούς, που δεν είχαν καμία πρόσβαση, να δείξουν τη δουλειά τους, παρακάμπτοντας όλους αυτούς τους ψιλικατζήδες μπακαλοεκδότες κλπ. που μποϋκοτάρουν συνειδητά ό,τι εκφράζει δημιουργία και ταλέντο, προς χάρη ατάλαντων αλλά κωστοπουλικά κερδοφόρων υποπροϊόντων. Γιατί στην περίπτωσή τους μιλάμε για προϊόντα και όχι για δημιουργίες.

Αναφέρθηκα προηγούμενως στην περίπτωση Σεφερλή. Το να αποκαλείς τον Σεφερλή Καραγκιόζη, είναι προσβολή για έναν αντιήρωα της λαϊκής μας παράδοσης.  Ο Σεφερλής δεν είναι αντιήρωας, είναι η αντι-τέχνη μιας φασιστικής κοινωνίας που αρέσκεται να θεωρεί τη γυναίκα ή για την κουζίνα ή για τα κέφια στο κρεβάτι του μικροτσούτσουνου ελληναρά που φοβάται τον πραγματικό Καραγκιόζη. Είναι ο ρουφιάνος, που μέσα από τη γελιοποίηση περνάει μηνύματα ρατσιστικά, ομοφοβικά, ξενοφοβικά, σεξιστικά. Είναι το παράσιτο που προσπαθεί να μπει ανάμεσα στα λουλούδια, για να καταστρέψει με τη λογική του «ό,τι δεν μπορώ να το έχω, το καταστρέφω». Είναι ο εχθρός της μόρφωσης και της προόδου και μάλιστα αυτοκαλούμενος αντι-κουλτουριάρης, το ορίζει ο ίδιος. Βάζει ο κάθε φασίστας Σεφερλής και η κάθε ηλίθια Δημουλίδου, μπροστά μας έναν καθρέφτη στρεβλωμένο, που οι ίδιοι «προβάλλουν» τη φιγούρα μας, όπως στα δικά τους στρεβλά μάτια αρέσει και όχι όπως στην πραγματικότητα είναι.

Στην ιστορία αυτό που ευτυχώς έμεινε, είναι ο Σαρτρ και όχι τα παράσιτα της ίδιας περιόδου που υμνούσαν τους κατακτητές Ναζί. Αυτήν την στιγμή η Ελλάδα ζει μια άλλης μορφής κατοχή και καταπίεση, με την κοινωνία να νιώθει τη γιγάντια πίεσή της. Η τέχνη και τα γράμματα αντιστέκονται και καθημερινά αυξάνεται η παρουσία νέων δημιουργών, με δουλειές συγκλονιστικές σε όλες τις μορφές της τέχνης. Και εκεί πρέπει όλοι μας να επενδύσουμε, ακόμα και με την απλή συμμετοχή της παρουσίας μας στις εκδηλώσεις, στις εκθέσεις, στις παραστάσεις ή στις ανεξάρτητες παραγωγές βιβλίων που γίνονται.  Βοηθήστε αυτά τα παιδιά, γιατί ακόμα και οι κατοχές κάποια στιγμή τελειώνουν και αυτό που πρέπει να μείνει, είναι αυτό που θα φτιάξει το μέλλον και σε αυτό δεν έχουν θέση Σεφερλήδες και Τσουλίδου. Δώστε την ευκαιρία σε αυτούς που αξίζουν, να φτιάξουν το μέλλον που μας αξίζει.   

Θάνος Καλαμίδας

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Σεφερλικά και περί τέχνης

  1. Ας γίνουμε το λοιπόν κυνηγοί ονείρων, παραδείσων, οάσεων. Κι ας φυτέψουμε και κανένα δεντράκι μήπως και κάποια στιγμή γίνει δάσος. Ας γίνουμε μικροί Αστρώφ κι ας θυμώνουμε σαν Βάνιες. Και προπαντώς να μην γελάμε με ηλίθια αστεία…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s