Η κριτική πέθανε, ζήτω η κριτική

Πριν αρκετό καιρό στο προσωπικό μου μπλογκ έγραψα για ένα βιβλίο, το οποίο θεωρούνταν -για τα ελληνικά δεδομένα- βιβλίο της χρονιάς κι εγώ το χαντάκωσα, ενάντια σε μια πολύ μεγάλη μερίδα αναγνωστικού κοινού που το είχε αποθεώσει. Ένας γνωστός εμπορικός συγγραφέας, προφανώς ξέροντας ότι τουλάχιστον η άποψή μου θα ήταν ειλικρινής, με την προϋπόθεση να γράψω «την απόλυτη αλήθεια» – όπως μου είπε χαρακτηριστικά, είπε πως θα μου στείλει το τελευταίο του βιβλίο. Χάρηκα με το θάρρος του, ομολογώ. Λίγοι είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν μια αρνητική δημόσια άποψη. Αυτό που κατάλαβα αργότερα, ήταν πως ο συγκεκριμένος συγγραφέας ήταν σίγουρος για την τελειότητα του έργου του και ήθελε εμένα να το φωνάξω δημόσια, για να μπει και στο μάτι του προηγούμενου με τον οποίο έχουν και μια κόντρα.

Το βιβλίο του το διάβασα. Και ήταν κακό. Και το είπα δημόσια.

Ο συγγραφέας δε μου ξαναμίλησε από τότε, αλλά και πριν απ’ αυτό, μου τηλεφώνησε για να μου εξηγήσει το γιατί τα όσα έγραψα για το βιβλίο του ήταν λάθος, μου απαρίθμησε τα προνόμια που χάνω (;;) όταν γράφω αρνητικά και το με πόσα κοσμητικά και καθόλου κολακευτικά επίθετα με στόλισαν οι δικοί του όταν διάβασαν το κείμενό μου. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η απάντησή μου που τον εξαγρίωσε:

«Χέστηκα, κύριε Τάδε».

Ovi_greece_0816_061aΈχω βρεθεί σε πολλές συζητήσεις όπου κάποιος ωρύεται για την κακή ποιότητα ενός έργου- στην προκειμένη περίπτωση ας μείνουμε στα βιβλία, αν και το θέμα έχει διαστάσεις μεγαλύτερες- απαριθμώντας τα λάθη και τα κακά σημεία επιχειρηματολογώντας με πάθος- κι ακόμα κι αν αυτή είναι μια προσωπική άποψη, όταν δεν είναι απλώς ένα «βλακεία, δε μ’ άρεσε»- αλλά είναι μια σειρά από λόγους κι αιτίες, οφείλεις να το δεχτείς ή έστω να το σκεφτείς.

«Γιατί δεν το λες;» ερωτώ.

«Α, δεν μπορώ», μου λένε, «τον ξέρω» (το συγγραφέα). Ή «ξέρω τον τάδε που τον έχει φίλο χρόνια», ή «μα είμαστε …ομότεχνοι» (με σκοτώνει αυτό κάθε φορά) ή «μα αν πω ότι είναι κακό, τότε δε θα μου δίνει κανείς να διαβάσω και να γράψω». Κοινώς θα χάσω τη δουλειά μου, σα να λέμε.

Περνάει λίγος καιρός και βλέπω δημοσιευμένο ένα διθύραμβο που συνήθως ξεπερνάει και τις χίλιες λέξεις, για το συγκεκριμένο – κάκιστο- έργο.

Μάλιστα.

Ξεκαθαρίζω ότι μιλάω για την προσωπική μεν αλλά κριτική άποψη και όχι για το δείγμα αμορφωσιάς και κακεντρέχειας που συναντάμε παντού. Μιλάω για το κακό που βλέπουμε και δεν το λέμε. Αυτό μπορεί να ξεκινάει από τα ΜΜΕ όπου οι δημοσιογράφοι θέλουν (ή πρέπει;) να τα έχουν καλά με τις πηγές, μπορεί να ξεκινάει από τις συγγένειες ή φιλίες ή τις προσωπικές σχέσεις όπου λανθασμένα ορισμένοι πιστεύουν πως ο φίλος είναι αυτός που θα σε χτυπάει μονίμως στις πλάτες, ακόμα κι αν σε βλέπει ότι ετοιμάζεσαι να κάνεις τη μεγαλύτερη βλακεία της ζωής σου, μπορεί να ξεκινάει από την αρρώστια μιας κοινωνίας ολόκληρης, μιας κοινωνίας βασισμένης στο φαίνεσθαι και όχι στο είναι, μπορεί να ξεκινάει από τη νοοτροπία του τζαμπατζή.

Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, αλλά έχουμε μπερδέψει τα πράγματα και ξεχνάμε πως ο πελάτης είναι ο καταναλωτής, ο αγοραστής και όχι ο δημιουργός (συγγραφέας, καλλιτέχνης) ή ο επιχειρηματίας. Πελάτης λοιπόν έχει γίνει το τάδε δημόσιο πρόσωπο, το τάδε μαγαζί, η τάδε εταιρία (που πληρώνουν αδρά τη διαφήμιση, τα κεράσματα, τα ταξίδια) και όχι αυτός που καταλήγει με το προϊόν στα χέρια.

Η κριτική πεθαίνει κυρίες και κύριοι. Και μαζί της πεθαίνει και η διαύγεια της ματιάς μας.

Λίγες φωνές (πένες) έχουν μείνει να παλεύουν με τα θηρία και να προσπαθούν να ακουστούν κι αυτοί είναι κάποιοι που για λόγους που μόνο εκείνοι ξέρουν και οι υπόλοιποι αγνοούν ή έχουν ξεχάσει (η αξιοπιστία είναι ένας από αυτούς για παράδειγμα) δεν εξαγοράζονται κι ας το προσπάθησαν τα μεγάλα κεφάλια. Οι περισσότεροι επαναστάτες του καναπέ το βουλώνουν με το παξιμάδι που θα τους πετάξουν- παξιμάδι που μεταφράζεται σε τζάμπα βιβλίο, κέρασμα στο πιο in μαγαζί, ταξίδι, έξοδος με το δημόσιο πρόσωπο, δέκα λεπτά στη Μενεγάκη, παπούτσι, καλλυντικό ή ρούχο – το οποίο βέβαια θα φωτογραφηθεί και θα ανεβεί στα Social Media και τα λοιπά.

Λίγες φωνές αντέχουν να στερηθούν τα «προνόμια» της Omertà, ακόμα λιγότερες αντέχουν τα ουρλιαχτά, τις απειλές και τα μπινελίκια του πλήθους και των δυσαρεστημένων δημιουργών.

Έτσι φτάσαμε σ’ ένα σημείο, όπου το κακό βιβλίο στην προκειμένη περίπτωση, η κακή επιχείρηση, το μάπα προΙόν, ο διεφθαρμένος πολιτικός, ο ντοπαρισμένος αθλητής γενικεύοντας – και πάει ακόμα μακρύτερα η βαλίτσα, παρελαύνουν με βήμα στητό και καμαρωτό σε ένα καταδικασμένο κράτος κι εμείς πληρώνουμε τα φύκια, τα καταπίνουμε και λέμε κι ευχαριστώ.

 Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

5 σκέψεις σχετικά με το “Η κριτική πέθανε, ζήτω η κριτική

  1. Κοινωνία κατανάλωσης >> σχέσεις κατανάλωσης>> προϊόντα ανταλλακτικά, εξυπηρετικά των σχέσεων >> βιβλίο, ως προϊόν κατανάλωσης >> βιβλίο σε συμφωνία με τις ανάγκες τής κατανάλωσης >> βιβλίο τρόπαιο (υπάρχει νικητής και νικημένος)
    και όλο σπανιότερα βιβλίο υπηρέτης αξιών… δυστυχώς.

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s