“Από Μόναχο, Ελλάδα” κι άλλες… ιστορίες νουάρ

Πάνε μέρες τώρα, κάτι λιγότερο από μήνα, που συνέβη στο Μόναχο εκείνο το περιστατικό που μας αναστάτωσε όλους, πιστεύοντας αρχικά ότι επρόκειτο για μια ακόμα οργανωμένη εγκληματική ενέργεια, με τη γνωστή πλέον υπογραφή του ISIS. Σύντομα αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για μεμονωμένη ενέργεια ατόμου με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, που συχνά έπεφτε θύμα εκφοβισμού λόγω της εθνικότητάς του. Διαβάζοντας το άρθρο με τίτλο “Από Μόναχο, Ελλάδα”, όπου περιγράφεται το επεισόδιο του Μονάχου και αναλύονται διάφορες σκέψεις περί ρατσισμού και ολοένα αυξανόμενης πανευρωπαϊκά ξενοφοβικής τάσης, μου ήρθε στο μυαλό το βιβλίο του Ζαν-Κλωντ Ιζζό, Η Τριλογία της Μασσαλίας.

Ovi_greece_0816_056a.gifΟ Jean-Claude Izzo (20 Ιουνίου 1945 – 26 Ιανουαρίου 2000) ήταν Γάλλος δημοσιογράφος, ποιητής και συγγραφέας, παιδί μεταναστών, που μεγάλωσε στη Μασσαλία. Ως “τέκνο της λαθρομετανάστευσης”, όπως εντός εισαγωγικών χαρακτηρίζεται στο επίμετρο του βιβλίου των εκδόσεων Πόλις, τα αστυνομικά του μυθιστορήματα εμφανίζουν έντονο το στοιχείο της κοινωνικής κριτικής και της πολιτιστικής διάστασης, ακολουθώντας την παράδοση του γαλλικού “Νεονουάρ”. Στην Ελλάδα, έγινε γνωστός κυρίως μέσω της Τριλογίας της Μασσαλίας, υπό τον τίτλο της οποίας επανεκδόθηκαν τα μυθιστορήματά του, Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας, Το τσούρμο και Solea.

Θα μου πείτε τώρα, τι συνειρμός είναι πάλι τούτος, να συνδέσεις ένα άρθρο που σχετίζεται με πρόσφατο, λίγων μόλις ημερών, γεγονός στο Μόναχο και κάτω από τις συνθήκες που βιώνουμε όλοι μας, όλη η διαταραγμένη Ευρώπη του 21ου αιώνα, με την τριλογία του Ιζζό; Θα σας εξηγήσω…

Στην τριλογία του, ο Ιζζό, με κεντρικό ήρωα τον αστυνομικό Φαμπιό Μοντάλ, περιγράφει κομμάτια της ζωής της Μασσαλίας, του μεγάλου γαλλικού λιμανιού, που συγκέντρωνε μετανάστες από διάφορα μέρη, κυρίως από το Αλγέρι. Και για να δώσω ένα γενικό ιστορικό πλαίσιο, η Μασσαλία, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ισοπεδώθηκε σχεδόν κατά το ήμισυ από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών και των Ιταλών. Μεταπολεμικά, η ανοικοδόμηση της πόλης στηρίχθηκε στις δικές τους κυρίως πολεμικές αποζημιώσεις και κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’60, έγινε ένας από τους σημαντικότερους μεταναστευτικούς πόλους έλξης της Ευρώπης, με περισσότερους από 1.000.000 μετανάστες να έχουν περάσει από το λιμάνι της. Οι πιο πολλοί από αυτούς προτίμησαν να εγκατασταθούν εκεί, στην ίδια την πόλη, με αποτέλεσμα σχεδόν το ένα από τα τέσσερα τμήματά της να έχει συγκροτήσει μια ιδιαίτερη γαλλοαφρικανική κουλτούρα.

Παιδί μεταναστών κι ο αστυνόμος Μοντάλ – όπως και ο Ιζζό, με πατέρα μετανάστη από την Ιταλία και μητέρα ισπανικής καταγωγής γεννημένη στη Μασσαλία – εχθρός της βίας και εραστής της ζωής, της ποίησης, της τζαζ, των γυναικών και της πόλης του, της πόλης όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και θεωρούσε πατρίδα του, σ’ όλη του τη ζωή σχοινοβατεί ανάμεσα στην ανθρωπιά και τον ρατσισμό, την εντιμότητα και τη διαφθορά, τη φιλία, τον έρωτα και τον φανατισμό.

Ο Φαμπιό Μοντάλ ξεκίνησε νεαρός τη ζωή του, μπερδεμένος σε πράξεις παραβατικές, που από λάθος τον έμπλεξαν σε έναν παρ’ ολίγο φόνο. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, αρχικά κατετάγη εθελοντικά στις αποικιακές μονάδες και στη συνέχεια, “σε μια μονάδα ανεκπαίδευτων μπάτσων με έργο τους την τήρηση της τάξης στα περίχωρα […], μια δουλειά ιδιαίτερα επικίνδυνη, σε μια περιοχή όπου η αστυνομία τα είχε συχνά σκατώσει”, όπως γράφει ο Ιζζό. Ίσως λόγω της ευαισθησίας που έκρυβε μέσα του ως παιδί και ο ίδιος μεταναστών, ίσως λόγω των νεανικών του εμπειριών, ίσως και μόνο λόγω της ανθρωπιάς του, ο Φαμπιό δεν αντιμετώπιζε τον ρόλο του όπως οι υπόλοιποι συνάδελφοί του. Μοναχικός και επιλεκτικός, διαγράφοντας κάθε χρόνο απ’ το ημερολόγιό του “κάθε φίλο που το γύριζε ρατσιστής”, διατηρούσε – από επιλογή – στενότερη σχέση με όλους εκείνους τους ανθρώπους τους μη αποδεκτούς, τους μη ενσωματωμένους, που στιγματίζονταν από την εθνικότητά τους και γι αυτό παρέμεναν κοινωνικά ανένταχτοι, παρά με τα κεφάλια της αστυνομίας, της πολιτικής και της μαφίας που έλυνε και έδενε στον τόπο του.

Ένας αντι-ήρωας ο ίδιος, επέλεξε για ήρωες της καθημερινότητάς του όλους εκείνους τους εξαθλιωμένους μετανάστες και κυρίως τα παιδιά τους, μετανάστες β’ γενιάς και στο μεγαλύτερο ποσοστό τους με εκπαίδευση β’ κατηγορίας, με ελάχιστες επαγγελματικές προοπτικές, που περίμεναν να επιβιώσουν μέσα από μικροκλοπές, μικροκομπίνες και δουλειές του ποδαριού, “όλους εκείνους τους εφήβους με τις προχωρημένες εμπειρίες στο έγκλημα: ληστές, βαποράκια, εκβιαστές, προστάτες, […] μαθητές λυκείου, περιστασιακά εργαζόμενους, άνεργους, κουραδόμαγκες, αθλητές, […], που ζούσαν την εφηβεία τους σχοινοβατώντας”, ανάμεσα στη στιγμή του τώρα και το χωρίς κανέναν σχεδιασμό του αύριο, σε ένα περιβάλλον όπου η καταγωγή τους, το χρώμα τους, η προέλευσή τους ήταν συνυφασμένα με την αποπομπή, την κατακραυγή, τον υβρισμό, τον εκφοβισμό, την απειλή, τη μη αποδοχή. Ο Φαμπιό όμως γνώριζε καλά τι σημαίνει για έναν έφηβο, να μην έχει χαράξει κάποιο σχέδιο για το αύριο. Το γνώριζε καλά μέσα από τη δική του κακή προσωπική εμπειρία.

Και μέσα σ’ όλα αυτά η Λεϊλά, ένα μαύρο λουλούδι, πρωτότοκη κόρη μετανάστη απ’ το Αλγέρι από την εποχή του 1970, που προέτρεπε τα παιδιά του “να σέβονται τον εαυτό τους, να πάνε όσο πιο ψηλά μπορούσαν, να σχετίζονται με Γάλλους, να ενταχθούν στην κοινωνία, χωρίς ν’ απαρνηθούν μήτε τη φυλή τους, μήτε το παρελθόν τους”. Η Λεϊλά που πάσχισε να μορφωθεί, να διαπρέψει, να γίνει κάτι ξεχωριστό. Η Λεϊλά, που αγαπούσε την ποίηση, που σπούδασε λογοτεχνία, που ονειρεύτηκε ένα καλύτερο μέλλον, που προσπερνούσε τους τοίχους του πανεπιστημίου, αγνοώντας τα πρόστυχα, υβριστικά, ρατσιστικά και φασιστικά γκράφιτι, που κραύγαζαν “Νέγροι και αράπηδες, έξω!” Η όμορφη νεαρή Λεϊλά, που βασανίστηκε βάναυσα, βιάστηκε και δολοφονήθηκε από χυδαία υποκείμενα της τοπικής μαφίας, λίγες μόνο μέρες μετά την κατάθεση της διπλωματικής της εργασίας. Η Λεϊλά. Μια Γαλλίδα αραβικής καταγωγής.

Δεν θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες του καταπληκτικού αυτού βιβλίου του Ιζζό, που πραγματικά αξίζει να διαβάσει κάθε αναγνώστης που θεωρεί τον εαυτό του βιβλιόφιλο. Θα επισημάνω μόνο, ότι οι περισσότερες αναφορές μου είναι από το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας. Ωστόσο, διαβάζοντας κάποιος το βιβλίο, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η τριλογία του Ιζζό μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ενιαίο έργο, όπου και τα τρία επιμέρους μυθιστορήματα κινούνται στο ίδιο πνεύμα.

Ο Φαμπιό Μοντάλ, ο κεντρικός χαρακτήρας του συγγραφέα, αναλαμβάνοντας υπηρεσία στον τομέα των “λαϊκών πολυκατοικιών με τον βορειοαφρικάνικο πληθυσμό […] ανακατεμένο με τη δυσοσμία και το κάτουρο”, επεδίωξε να βοηθήσει, να δώσει στον κόσμο ερμηνείες και απαντήσεις. “Από εκείνη την ημέρα άρχισα να γλιστράω… να είμαι όλο και λιγότερο μπάτσος, όλο και περισσότερο ελεύθερος προστάτης ανηλίκων στους δρόμους… ένας κοινωνικός λειτουργός ή κάτι τέτοιο”, γράφει ο Ιζζό, περιγράφοντάς τον, προσθέτοντας ότι η προσπάθειά του είχε κάποια ίχνη “ψευδαίσθησης”. Ο αστυνόμος Μοντάλ, ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας του Ζαν-Κλωντ Ιζζό, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε ο μικρότερος αδερφός της Λεϊλά να μην ζητήσει να πάρει εκδίκηση για τη δολοφονία της αδερφής του, για να μην χαραμιστεί και η δική του ζωή.

Ωστόσο, όλοι αυτοί οι άνθρωποι – τότε, τώρα, παντού και πάντα – “που αντιμετωπίζονται ως πολίτες Γ – Δ κατηγορίας […], σαν σκλάβοι […] απελπισμένοι και χωρίς επιλογές, δεν μπορεί παρά κάποια στιγμή να εξεγερθούν και τότε γίνεται… Μόναχο”.

Λίλιαν Μπαντάνη

[12-8-2016]

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s