Έκθεση Ιδεών

Κάθε Κυριακή, όμως κάθε Κυριακή των παιδικών μου καλοκαιριών, είναι συνδεδεμένη με την ίδια ανάμνηση, χαρούμενη τώρα που αναπλάθεται η μέρα στο μυαλό μου, με ανάμεικτα συναισθήματα τότε που την βίωνα.

Εκδρομή. Στη θάλασσα. Μισά δεκαετίας του 70, αρχές του 80. Τυπική νεοελληνική οικογένεια εν πλήρη απαρτία και δράση. Πρωινό ξύπνημα, γρήγορο πρωινό και γενικός αναβρασμός στο σπίτι. Κατσαρόλες έβραζαν, αλλού το κοτόπουλο, αλλού το πιλάφι, τάπερ ανοιγμένα σε κάθε πιθανό μέγεθος, έτοιμα να υποδεχθούν φαγητά, σαλάτες, τυριά, τζατζίκια, σακούλες, σακουλάκια, πιάτα, πιρούνια, κουτάλια – κανονικά φυσικά, ούτε λόγος για πλαστικά – το νου σας μην ξεχάσουμε τίποτα – μια φορά ξεχάσαμε τα πιρούνια και τρώγαμε το ρύζι εναλλάξ με το κουτάλι για το σερβίρισμα – αυγά για ομελέτες μήπως και δεν φτάσει το φαγητό, καρπούζια, και φυσικά ψυγειάκια, για το νερό, για τις μπύρες, για τα φρούτα – το ρημάδι το καρπούζι δεν χωρούσε πουθενά και πώς να το φας ζεστό; Το βάζαμε στη θάλασσα να κρυώνει και μετά κάναμε βάρδιες, μη το πάρει η θάλασσα και το ψάχνουμε.

Και αφού τελείωνε η μάχη της κουζίνας, άλλος κακός χαμός – αυτός ισχύει και σήμερα χωρίς πικνικ – μαγιώ, πετσέτες, μπάλες, ρακέτες, λάδια, καπέλα, παιχνίδια για μετά το μπάνιο μπας και βρουν την ησυχία τους οι μεγάλοι μια στάλα, περιοδικά, βιβλία – θα διαβάζαμε κιόλας, λέμε τώρα, στην εκδρομή, λογοτεχνία!!!

Ovi_greece_0716_094a

Πάει κι αυτό… και μετά κουβάλημα… που να μην χωράει ένα αυτοκίνητο ολόκληρο την προίκα μας για μισή μέρα… φορτώναμε το γάιδαρο, φορτωνόμασταν κι εμείς – όταν λέμε εμείς, φυσικά το εννοούμε με τα ελληνικά παραδοσιακά δεδομένα, όχι στενός κύκλος και ευρωπαϊκές χαζομάρες – γονείς, παιδιά, παππούδες, θείοι, ξαδέλφια, κάνας φίλος με την οικογένειά του, άντε δύο, και ξεκινούσε το καραβάνι της στεριάς για τα μπάνια.

Στόχος οι παραλίες πλησίον της άρτι χαραχθείσας και υπό κατασκευήν Εγνατίας οδού Καβάλας – Θεσσαλονίκης. Από τότε ήταν υπό κατασκευή η Εγνατία οδός, μην κοιτάτε που τώρα τελείωσε. Εν τω μεταξύ, άλλαξε ρότα, πήγε προς τον κάμπο, να μην βρέχεται το οδόστρωμα απ’ το κύμα, και λοξοδρόμησε προς τα Γιάννενα. Δε λέτε που τελείωσε, ούτε του παπά να μη το πούμε.

Το συγκλονιστικό πραγματικά μέρος της ανάμνησης είναι οι παραλίες εκείνες. Τότε που δεν υπήρχαν beach bars, ούτε djs και φυσικά ούτε κοσμοσυρροή σε εκείνες τις σχεδόν απάτητες αμμουδιές με την κρυστάλλινη πελαγίσια θάλασσα. Κρυστάλλινη χωρίς να είναι παγωμένη και πελαγίσια χωρίς να είναι άγρια. Βαθιά από τα πρώτα πέντε μέτρα, με άμμο χοντρή και χρυσαφένια. Τόσο φιλόξενη, που δεν σου έκανε καρδιά να την αποχωριστείς. Ώρες κρατούσαν τα παιχνίδια, μέχρι τελικής πτώσης που γινόταν αντιληπτή όταν ξεραινόμασταν όλοι,  μεγάλοι και μικροί, μετά το φαγητό πάνω στα στρωσίδια και κάτω από τον ίσκιο των ελιών. Ο κόσμος μύριζε θυμάρι και ο μοναδικός ήχος που κυριαρχούσε ήταν αυτός από τα αμέτρητα τζιτζίκια. Βασιλικό περιβάλλον – συγνώμη υπουργέ μου – τόσο προσιτό σε κόστος και απόσταση. Ονειρικό πραγματικά, μια και τώρα πια μόνο ως όνειρο μπορεί να υπάρξει, αφού ούτε ελεύθεροι στην πρόσβαση αγροί υπάρχουν, ούτε αναξιοποίητες τουριστικά παραλίες.

Η εκδρομή βέβαια δεν τελείωνε ποτέ πριν τον απογευματινό ελληνικό καφέ στο καμινέτο, το γλυκό στο τάπερ από το ψυγειάκι, και το απογευματινό μπάνιο – ναι, ναι, εκείνο που γέννησε ανά τις δεκαετίες αμέτρητες φιλονικίες, για το αν μετράει σαν ξεχωριστό ή συνυπολογίζεται στο μέτρημα με το πρωινό.

Δεν θα σχολιάσω το υπόλοιπο μέρος της επιστροφής. Πάρτε τα με τη σειρά από την ανάποδη και φτάστε στην αρχή, αλλάζοντας μόνο το μαγείρεμα με το πλύσιμο. Το ίδιο κοπιαστικό ακριβώς. Άλλο ήταν το δυσάρεστο σημείο, που χαλούσε όλο το κλίμα ενθουσιασμού.

Εκείνη η αναθεματισμένη έκθεση. «Πώς περάσαμε την Κυριακή». Κάποτε την σκαπουλάραμε με διάφορες μηχανορραφίες, συχνά όμως παίρναμε το τετράδιο με τα κενά φύλλα που είχαν περισσέψει από το σχολείο και το καταναγκαστικό έργο ξεκινούσε μέσα σε γκρίνια συνεχόμενη, που μόνο με μια μπάλα παγωτού μπορούσε να καταλαγιάσει.

«Έτσι περνούσαμε τις Κυριακές μας στην θάλασσα μέχρι να αρχίσει και πάλι το σχολείο. Με χαρούμενες εκδρομές με την μαμά, τον μπαμπά, τον παππού και τα ξαδέλφια μας. Τι όμορφα που ήταν τα καλοκαίρια.»

 

Σμαρώ Μαρδύρη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s