Η Πολιτεία των Σκιών – 2. Το πρώτο χαστούκι

2. Το πρώτο χαστούκι

Δεν θυμάμαι πια πόσα καλοκαίρια και χειμώνες πέρασαν από τότε, πόσα είχαν προηγηθεί και κυρίως, πόσα παρόμοια έχουμε ακόμα μπροστά μας να ζήσουμε…

Η καλοκαιρινή συναυλία εκείνης της βραδιάς έληξε γλυκόπικρα, μέσα στην ελαφριά ζάλη της μπύρας δίπλα στο κύμα, τα τζαμαρίσματα των τραγουδοποιών και την αφόρητη υγρασία που έκανε τα ρούχα να κολλάνε επάνω σου, σε συνδυασμό με τη νεφελώδη πάντα σκέψη στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ότι πουθενά τριγύρω δεν υπήρχαν άστεγοι. Δυο – τρία άτομα που βρίσκονταν στο χώρο εκπροσωπώντας τους, σίγουρα δεν ήταν και το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα ανθρώπων σε κατάσταση δρόμου. Βασικά, δεν ήταν καν άνθρωποι σε κατάσταση δρόμου, αλλά άστεγοι, φιλοξενούμενοι στον “ξενώνα φιλοξενίας” της ΜΚΟ. Άνθρωποι καθαροί, μοσχομυριστοί, μορφωμένοι, κοινωνικοί, γεμάτοι εμπειρίες, που όχι απλώς δεν διέφεραν σε τίποτα από όλους εμάς τους υπόλοιπους, αλλά είχαν να σου πουν και πολύ περισσότερα ακόμα κι από τους ίδιους τους κολλητούς σου.

Ovi_greece_0716_089aΕπέστρεψα στο σπίτι μου εμφανώς προβληματισμένη. Σίγουρα οι εικόνες που είχα αντικρύσει δεν είχαν καμία σχέση με την τραγική πραγματικότητα, από την άλλη όμως, θα ήταν πολύ άδικο να ακυρώσω μέσα μου μια τέτοια προσπάθεια, που θα απέφερε χρήματα στο έργο αυτών των ανθρώπων, για εκείνους τους άλλους ανθρώπους, που είχαν περάσει στην απέναντι όχθη. Ωστόσο, έπρεπε να δω με τα μάτια μου την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα δεν βρισκόταν στον συναυλιακό χώρο…

Την επόμενη μέρα, έχοντας πρώτα συνεννοηθεί με εκείνους που με είχαν φέρει σε επαφή με την οργάνωση, φόρτωσα στο αυτοκίνητό μου κάποιες κούτες με ρούχα και παπούτσια και ξεκίνησα για τον ξενώνα. Πάρκαρα το αυτοκίνητό μου κάπου κοντά, εκεί που για τα επόμενα τρία χρόνια θα συνέχιζα στο εξής να παρκάρω σχεδόν καθημερινά, και προχώρησα δειλά προς το κτίριο, χωρίς να ξεφορτώσω τίποτα.

Περπατούσα από τη γωνία του οικοδομικού τετραγώνου, παράλληλα με τις γραμμές του τραίνου, με βήματα αργά και βαριά, λες και τα πόδια μου είχαν βαρίδια. Είμαι σίγουρη πως, από την αμηχανία μου, θα πρέπει να χαμογελούσα διαρκώς σαν ηλίθια. Κάποτε, διένυσα επιτέλους μια απόσταση λίγων μόλις μέτρων και έφτασα στην είσοδο μιας τυπικής διώροφης μονοκατοικίας, από εκείνες τις παλιές συμπαθητικές αθηναϊκές μονοκατοικίες με τις αυλές.

Η εξωτερική πόρτα, η σιδερόπορτα της αυλής, ήταν ανοιχτή. Ήταν μια από τις προκαθορισμένες μέρες, που ο ξενώνας παρέμενε ανοιχτός τα απογεύματα, παρέχοντας σε άστεγους ανθρώπους τη δυνατότητα ατομικής υγιεινής και πλυσίματος ρούχων, απ΄ όσο μπορώ να θυμηθώ. Στην πορεία έμαθα, ότι αυτό γινόταν μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Τις υπόλοιπες μέρες, η αυλόπορτα παρέμενε ερμητικά κλειστή τα απογεύματα. Για τον λόγο αυτό λοιπόν υπήρχε τόσος κόσμος κατά μήκος των γραμμών, σκέφτηκα.

Η αυλίτσα ήταν μικρή και χαριτωμένη, σίγουρα όμως όχι αρκετή να χωρέσει και να εξυπηρετήσει τόσο κόσμο. Καλοκαίρι είπαμε, μέσα Ιουλίου, και το κακοστρωμένο τσιμέντο της έβραζε. Άνθρωποι με γαριασμένα, θεωρητικά καθαρά, αμάνικα φανελάκια, με μισοβρεγμένα μαλλιά, με αφρούς ξυρίσματος στα πρόσωπά τους, είχαν καταλάβει όλο το χώρο και διπλάσιοι, μάλλον πολύ περισσότεροι από διπλάσιοι, κάθονταν στο πέτρινο πεζούλι κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, για να στεγνώσουν και να πιουν έναν καφέ. Στη σειρά. Όπως απλώνουν τα χταπόδια στον ήλιο.

Ήμουν σαν χαμένη. Εκείνοι σαν χταπόδια στον ήλιο κι εγώ σαν ψάρι έξω απ’ το νερό. Άνδρες οι περισσότεροι. Ήταν ζήτημα αν στο σύνολό τους, υπήρχε ένα ποσοστό της τάξεως του 10% σε γυναίκες. Ούτε καν, πολύ λέω. Η πρώτη διαπίστωση είχε έρθει από μόνη της λοιπόν, εντελώς συμπερασματικά, σαν χαστούκι, χωρίς να χρειαστεί να μου δοθεί καμιά πληροφορία από κανέναν… ειδικό. Οι περισσότεροι νέο-άστεγοι της πρωτεύουσας ήταν άνδρες.

Δεν ξέρω πόσα λεπτά, ίσως και μόνο δευτερόλεπτα, παρέμεινα να κοιτάζω γύρω μου σαν χαμένη, προσπαθώντας να σκεφτώ τον εαυτό μου στη θέση τους, στην ουρά για ένα απογευματινό μπάνιο την εβδομάδα, μέρες καλοκαιριού, με πλύσιμο ρούχων σε πλύσεις ανάμεικτες με ρούχα αγνώστων, ώσπου ένα χέρι παράχωσε στη χούφτα μου ένα χαρτάκι με τον αριθμό ενός κινητού τηλεφώνου και την κακογραμμένη με ορνιθοσκαλίσματα φράση, “Παναγιώτης, βαφέας αυτοκινήτων”, ψιθυρίζοντάς μου να τον προτιμήσω, σε περίπτωση που θα ήθελα κάποια στιγμή να βάψω το Nissan. Προφανώς, το είχε προσέξει κατά τη στιγμή της άφιξής μου, δεν εξηγείται διαφορετικά. Μέχρι να περάσει το πρώτο ξάφνιασμα – σίγουρα εξακολουθούσα ακόμα να χαμογελάω σαν ηλίθια – ένα άλλο χέρι, με τράβηξε απαλά και προστατευτικά, μέσα στο γραφείο.

Ήταν η πρώτη στιγμή, που άρχισα να αισθάνομαι ότι πατάω στο έδαφος και να νιώθω λίγο βολικά. Γνώριμα πρόσωπα, οι ίδιοι εκείνοι άνθρωποι που είχα γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ στη συναυλία, που λες και τους γνώριζα από πάντα, σ’ όλη μου τη ζωή. Με κέρασαν καφέ και προσπάθησαν να εξηγήσουν, όσο πιο απλά γινόταν, την κατάσταση που επικρατούσε. Κι από πού πρώτα να αρχίσεις και πού να τελειώσεις με μια τέτοια κατάσταση;

Οι ώρες πέρασαν χωρίς να το καταλάβω, ο ήλιος άρχισε να δύει κι ο χώρος σταδιακά να αδειάζει. Στην αρχή, αποχωρώντας λίγοι λίγοι οι άνθρωποι των γραμμών, που στο ημίφως μετατρέπονταν πια σε σκιές, χωρίς όνομα και ταυτότητα, διεύθυνση, κεραμίδι και κρεβάτι, μέχρι την επόμενη φορά που θα αποκτούσαν και πάλι το όνομά τους, το όνομα που είχαν δηλώσει στη λίστα. Στη συνέχεια, αποχώρησαν και οι άλλοι, εκείνοι της αυλής. Κατά έναν αντίστοιχο τρόπο, με το που έβγαζαν το πόδι τους απ’ την αυλόπορτα, χάνονταν μέσα στην ανωνυμία της νύχτας και της μεγάλης πόλης, μέχρι κάποιος να ξαναφωνάξει το εγγεγραμμένο στη λίστα όνομά τους. Σκιές της μεγάλης πολιτείας, που κανείς δεν γνώριζε πού πήγαιναν, πού κοιμούνταν, πού και αν ζούσαν μέχρι την επόμενη φορά, που κάποιος θα φώναζε το όνομά τους. Σε λίγο η αυλόπορτα θα σφάλιζε για “τους έξω” και στην αυλή θα παρέμεναν μόνο “οι μέσα”, οι λίγοι δηλαδή διαμένοντες στον ξενώνα – λιγότεροι από 10 άτομα – εκείνοι οι λίγοι “τυχεροί”, που είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν ένα κρεβάτι για τις κουρασμένες σκέψεις τους και ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους, είτε έβρεχε, είτε χιόνιζε, είτε έκαιγε τον τόπο ο ήλιος.

Πριν φύγω, με βοήθησαν να ξεφορτώσουμε το αυτοκίνητο. Μια πόρτα, σχεδόν κολλητή στην πόρτα του γραφείου, άνοιξε διάπλατα και οι κούτες με τα πράγματά μου – πλυμένα και σιδερωμένα – βρέθηκαν στο χαμό ενός ατέλειωτου σακουλαριού και χαρτοκιβωτίων, με άλλα ρούχα, παπούτσια, κουβέρτες, παπλώματα, υπνόσακους και ό,τι άλλο μπορούσε να πιάσει το μάτι σου, μέσα στην απίστευτη ακαταστασία που επικρατούσε. Τα βλέμματα που διασταυρώθηκαν – ντροπιασμένα από τη μια, απογοητευμένα από την άλλη – είπαν ήδη πολλά εκείνη την στιγμή. Όλα εκείνα που στην πορεία θα ξεσκέπαζαν πολλές πικρές μικρές και μεγάλες αλήθειες, τη μία μετά την άλλη…

Καληνύχτισα και μπήκα στο αυτοκίνητό μου. Η κίνηση της καλοκαιρινής ζωής στον Κεραμικό είχε ήδη ξεκινήσει. Στο εξής, θα πέρναγα πολλές βραδιές σ’ εκείνη τη μικρή αυλή. Ήμουν συγκλονισμένη.

Συνεχίζεται…

Λίλιαν Μπαντάνη

*******************************

Την Πολιτεία των Σκιών, μπορείτε να τη βρείτε:
Μέρος 1οΜέρος 2οΜέρος 3ο

 

 

Advertisements

4 σκέψεις σχετικά με το “Η Πολιτεία των Σκιών – 2. Το πρώτο χαστούκι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s