Τρείς μέρες μετά…

Τρείς μέρες μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τρεις μέρες μετά τη γιορτή του προφήτη Ηλία, τρεις μέρες μετά τη γενική επιστράτευση.

Μια εβδομάδα έχει περάσει από την αρχή των διακοπών. Μένουν άλλες δέκα μέρες.

Χαλκίδα, νύχτες με θύμηση από αυλή, πόρτα μεταλλική με μονογράμματα χαμένη σ’ ένα τεράστιο γιασεμί, γέλια παιδικά και αθώα ενός κοριτσιού 7 χρονών και του αδελφού της πέντε… και μια κιθάρα να συνοδεύει τα τραγούδια μας. Έπαιζε ο θείος και τραγουδούσε, και τραγουδούσαμε κι εμείς μαζί του το Σαββόπουλο… μία η άνοιξη, ένα το σύννεφο, χρυσή βροχή…

Τίποτε να ταράζει τη δική μας άνοιξη και να ραγίζει την τέλεια ευτυχία, τίποτα να προδίδει και τη μπόρα που θα ξεσπούσε μπρος στις αθώες ματιές μας και θα μουτζούρωνε την απόλυτη ανάμνηση για την υπόλοιπή μας ζωή.

Παραμονή του προφήτη Ηλία. Στην παραλία δροσιά και μυρωδιές κι εμείς στο ουζερί τρώμε και πίνουμε, ούζο οι μεγάλοι, προγραμματίζοντας την αυριανή εκδρομή. Δυο γουλιές ούζο χύνονται και από πάνω αμέσως νερό… να πάρει το νερό τη γρουσουζιά, να μη γίνει καβγάς μεγάλος.

Ovi_greece_0716_086aΤο άλλο πρωί, αντί για καλημέρες χαρούμενες, κουβέντες ακούγονται πολλές, στενόχωρα τα πρόσωπα, χωρίς το χθεσινό ενθουσιασμό. Μια μουτζούρα αρχίζει να παίρνει μορφή. Τη σχηματίζουνε λέξεις φοβιστικές και άγνωστες. Έγινε, λέει, εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο. Θα γίνει λέει, μάλλον πόλεμος, γίνεται επιστράτευση. Τι σημαίνουν όλα αυτά που δεν ξέρω, όμως αισθάνομαι την αγωνία καθώς ξεστομίζονται στις συζητήσεις όλων γύρω μου. Και βλέπω την απόγνωση στα πρόσωπα των γυναικών που αλαφιασμένες, αδειάζουνε τα ράφια του μπακάλικου της γειτονιάς από το κάθε τρόφιμο. Το μικρό μου άπειρο μυαλό αναρωτιέται. Τι είναι η εισβολή, που τις κάνει να γεμίζουν σακούλες με κιλά από ζάχαρη και αλεύρι; Τι θα το κάνουν τόσο; Θυμώνω γιατί  δεν θα αφήσουν τίποτα για μας αν γίνει τελικά η εκδρομή.

Πάει η εκδρομή, χάλασε. Τη χάλασε αυτή η άγνωστη επιστράτευση, που πήρε το χαμόγελο από τα χείλη της μαμάς μου. Χάλασαν και οι διακοπές. Γυρίζουμε στο σπίτι. Τρεις μέρες μετά την εισβολή και μια βδομάδα πριν την ορισμένη επιστροφή.

Το τρένο δεν είχε θέσεις φυσικά ούτε και για σήμερα. Πήγαμε κι ό, τι γίνει. Κι αν η πρώτη σκηνή στο μπακαλικάκι σκοτείνιασε λίγο τη ζωγραφιά μου, η εικόνα του σταθμού τη γέμισε γκρίζο από την καρβουνιά. Άνθρωποι γεμάτοι πανικό προσπαθούν να μπουν στο ήδη γεμάτο τρένο, να επιστρέψουν στο σπίτι τους ή να πάνε στη μονάδα τους. Κάποιοι αποχαιρετίζονται και κλαίνε. Δεν ξέρουν τι να περιμένουν. Κι εμείς, προσπαθούμε να χωθούμε στο βαγόνι απ’ την πόρτα που κλείνει καταπάνω μας. Κάποιος βάζει το σώμα του για να την κρατήσει ανοιχτή. Το βαγόνι ξέχειλο, ταξιδεύει αργά παίρνοντας όλο κι άλλο κόσμο. Και η μαμά, όρθια, να κρατάει και τους δυο μας κοντά της, προσπαθώντας να μην χάσει το κουράγιο της. Ελπίζει να προλάβουμε να φτάσουμε εγκαίρως. Ο μπαμπάς φεύγει, τον κάλεσαν κι αυτόν. Ένας φαντάρος σηκώνεται και μας δίνει τη θέση του. Το ταξίδι νομίζω πως θα κρατήσει για πάντα. Ο μπαμπάς έχει φύγει. Κι εμείς στο άδειο σπίτι, κρατάμε σφιχτά αγκαλιά τη μαμά. Και μαθαίνουμε πως ξεκινάει ένας πόλεμος, που ευτυχώς δεν ζήσαμε ποτέ.

Σμαρώ Μαρδύρη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s