Ντάνιελ Ντέι Λιούις

Ντάνιελ Μάικλ Μπλέικ Ντέι Λιούις γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1957 στο Λονδίνο και είναι Βρετανός ηθοποιός με διπλή υπηκοότητα (βρετανική και ιρλανδική). Μετά τις σπουδές του στη θεατρική σχολή Bristol Old Vic, ο Ντέι Λιούις έπαιξε σε πολλά θεατρικά έργα και ταινίες, κερδίζοντας τρία Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, τέσσερα Βραβεία BAFTA, και δύο Χρυσές Σφαίρες. Είναι γνωστός ως ένας από τους πιο επιλεκτικούς ηθοποιούς της κινηματογραφικής βιομηχανίας, καθώς έχει πρωταγωνιστήσει μόνο σε τέσσερις ταινίες την τελευταία δεκαετία.

Ovi_greece_0416_0467aΗ μητέρα του, Τζιλ Μπάλκον, ήταν ηθοποιός, ενώ ο πατέρας του, Σεσίλ Ντέι Λιούις, ποιητής, τον οποίο και έχασε νωρίς, όσο ήταν ακόμη 15 χρονών, από καρκίνο στο πάγκρεας. Μεγάλωσε στο Γκρίνουιτς με τους γονείς του και τη μεγαλύτερη αδελφή του, Τάμασιν Ντέι Λιούις, η οποία σήμερα γυρίζει ντοκιμαντέρ και συμμετέχει σε εκπομπές ως τηλεοπτική σεφ.

Στο σχολείο είχε πολλές φορές να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις όταν τα άλλα παιδιά τον κορόιδευαν λόγω της εβραϊκής του καταγωγής και ο ίδιος αναγκαζόταν πολλές φορές να αλλάξει την προφορά και τη φωνή του, ενώ έχει δηλώσει πως στην εφηβεία του είχε μια μάλλον άτακτη συμπεριφορά, κλέβοντας μικροπράγματα από μαγαζιά και κάνοντας διάφορες μικρές παρανομίες.  Γι’ αυτό και οι γονείς του τον έστειλαν εσωτερικό σε σχολείο, το οποίο αν και μισούσε, τον βοήθησε να έρθει σε επαφή με τα 3 βασικά ενδιαφέροντά του: την ξυλουργική, την υποκριτική και το ψάρεμα.

Όταν στη συνέχεια άλλαξε σχολείο και βρέθηκε σε αυτό της αδερφής του, έγινε πιο δημιουργικός και μάλιστα σε ηλικία 14 ετών βρέθηκε στην πρώτη του ταινία, την υποψήφια για 4 Όσκαρ «Sunday bloody Sunday», όπου υποδύθηκε σε ένα πολύ μικρό ρόλο το βάνδαλο, χωρίς το όνομά του να αναφερθεί στους τίτλους. Για το ρόλο του πήρε 2 δολάρια κι αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να βανδαλίσει ακριβά αυτοκίνητα έξω από μια εκκλησία, περιγράφοντας το όλο σκηνικό, ο ίδιος, ως «παράδεισο» για εκείνη την ηλικία.

Παρ’ όλο που συνέχισε να ασχολείται με την υποκριτική και το θέατρο, όταν τέλειωσε το σχολείο κι έπρεπε να κυνηγήσει μια καριέρα, αυτός επέλεξε να γίνει επιπλοποιός, κάνοντας αίτηση για να μαθητεύσει για 5 χρόνια. Λόγω, όμως, της έλλειψης εμπειρίας, η αίτησή του δεν έγινε δεκτή και τότε ξεδιπλώθηκε μπροστά του ο δρόμος της υποκριτικής, όταν έκανε αίτηση στο Bristol Old Vic Theatre School κι έγινε δεκτός. Μετά από 3 χρόνια σπουδών βρέθηκε να δίνει παραστάσεις στο ίδιο το Bristol Old Vic, ενώ συνεργάστηκε και με την Royal Shakespeare Company, δείχνοντας σαφές ταλέντο και ενδιαφέρον για το θέατρο, με το οποίο ασχολήθηκε όλο το υπόλοιπο της δεκαετίας ’70.

Στις αρχές του ’80 πέρασε στην τηλεόραση με τηλεοπτικές σειρές και τηλεταινίες (το 1982 στην τηλεταινία «How many miles to Babylon?» κερδίζει και τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο) και το ίδιο έτος (1982) κάνει και το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο με τη βιογραφική, δραματική ταινία «Gandhi» σκηνοθεσίας Ρίτσαρντ Άτενμποροου, με τον Μπεν Κίνγκσλεϊ στο ρόλο του Ινδού πολιτικού, στοχαστή και επαναστάτη Μαχάτμα Γκάντι και τον Ντέι Λιούις σε ένα μικρό ρόλο… γκάνγκστερ.

Συνεχίζοντας το θέατρο, κερδίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση «Another country» από το έργο του Τζούλιαν Μίτσελ, ενώ υποδύεται και τον Ρωμαίο στην κλασσική ιστορία του Σαίξπηρ, συμμετέχοντας και στην παράσταση «Όνειρο θερινής νυκτός» του Άγγλου θεατρικού συγγραφέα και ποιητή.

Στον κινηματογράφο συνεχίζει το 1984 με την ιστορική περιπέτεια «Η ανταρσία του Μπάουντι» πλάι σε ονόματα όπως Λόρενς Ολίβιε, Άντονι Χόπκινς και Μελ Γκίμπσον και το 1985 κερδίζει μια θέση στο πρωταγωνιστικό καστ της ταινίας «My beautiful launderette» του Στίβεν Φρίαρς, κερδίζοντας και βράβευση από του κριτικούς της Νέας Υόρκης, για την ερμηνεία του ως ομοφυλόφιλος. Την ίδια χρονιά βρίσκεται στο καστ της πολυβραβευμένης ταινίας «Δωμάτιο με θέα» του Τζέιμς Άιβορι με την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ και τον ίδιο στο ρόλο του αρραβωνιαστικού της, σε μια τελείως διαφορετική ερμηνεία που του χαρίζει περαιτέρω βραβεύσεις από τους κριτικούς της Νέας Υόρκης, το National Board of Review κ.ά. και τότε είναι που ξεκινά να τραβά την προσοχή κοινού και κριτικών, βλέποντας σιγά-σιγά την καριέρα του να απογειώνεται.

Ovi_greece_0416_0467bΤο 1984, είχε έναν δεύτερο ρόλο στην ταινία The Bounty, μετά την οποία μπήκε τη Royal Shakespeare Company, παίζοντας το Ρωμαίο στην ταινία «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Στη συνέχεια έπαιξε στο θέατρο τον «Κόμη», και στο σινεμά στο «Ωραίο μου πλυντήριο». Κέρδισε την προσοχή του κοινού όταν η ταινία κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με το «Δωμάτιο με Θέα» (1986), καθώς έπαιζε δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Το 1987, ο Ντέι Λιούις πήρε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, με συμπρωταγωνίστριες τη Λένα Ολίν και τη Ζυλιέτ Μπινός. Στη διάρκεια των γυρισμάτων που κράτησαν οκτώ μήνες έμαθε τσέχικα και αρνήθηκε για πρώτη φορά να αποδυθεί το ρόλο του στα διαλείμματα των γυρισμάτων.

Ο Ντέι Λιούις εφάρμοσε πλήρως τη προσωπική του μέθοδο υποκριτικής το 1989 στην ταινία του Τζιμ Σέρινταν Το αριστερό μου πόδι που κέρδισε πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων και το Όσκαρ Α’ Ανδρικού ρόλου. Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις επέστρεψε στη σκηνή για να συνεργαστεί με τον Ρίτσαρντ Έιρ, παίζοντας τον Άμλετ στο National Theatre, αλλά κατέρρευσε στη μέση μιας σκηνής όπου το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ πρωτοεμφανίζεται στο γιό του. Άρχισε να κλαίει ανεξέλεγκτα και αρνήθηκε να επιστρέψει στη σκηνή, οπότε ο αντικαταστάτης του αναγκάστηκε να ολοκληρώσει το έργο. Διαδόθηκε η φήμη ότι ο Ντέι Λιούις είχε δει το φάντασμα του πατέρα του, αν και επίσημα το περιστατικό αποδόθηκε σε υπερκόπωση. Σε Βρετανική τηλεοπτική εκπομπή στο ITV ο ίδιος επιβεβαίωσε τη φήμη. Δεν εμφανίστηκε ξανά στη σκηνή έκτοτε.

Το 1992, τρία χρόνια μετά το Όσκαρ, βγήκε στις αίθουσες Ο τελευταίος των Μοϊκανών. Συνεργάστηκε και πάλι με τον Τζιμ Σέρινταν στην ταινία Εις το όνομα του πατρός. Έχασε πολλά κιλά για το ρόλο, διατήρησε τη Βορειοιρλανδική του προφορά σε όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, και πέρασε μεγάλα χρονικά διαστήματα σε ένα κελί. Επίσης επέβαλε στο προσωπικό της ταινίας να του πετάει κρύο νερό και να τον βρίζει. Κέρδισε το δεύτερο Όσκαρ του σ’ αυτήν την ταινία.

Το 1996, πρωταγωνίστησε στην ταινία The Crucible βασισμένη σε θεατρικό του Άρθουρ Μίλλερ με τη Γουϊνόνα Ράιντερ. Ακολούθησε η ταινία του Τζιμ Σέρινταν The Boxer, μετά την οποία ο Ντέι Λιούις ημι-αποσύρθηκε από την υποκριτική και επέστρεψε στην παλιά του αγάπη, την ξυλουργική. Μετακόμισε στη Φλωρεντία, στην Ιταλία, όπου γοητεύτηκε από τηw τέχνη των τσαγκάρηδων, παρακολουθώντας μαθήματα.

Πέντε χρόνια μετά την τελευταία του ταινία, ο Ντέι Λιούις επέστρεψε με τις Συμμορίες της Νέας Υόρκης, μια ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε (με τον οποίο είχε συνεργαστεί και στα Χρόνια της Αθωότητας). Μετά τις Συμμορίες της Νέας Υόρκης, η σύζυγός του, σκηνοθέτης Ρεμπέκα Μίλλερ (κόρη του θεατρικού συγγραφέα Άρθουρ Μίλλερ), του έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Η μπαλάντα του Τζακ και της Ρόουζ. Το 2007, ο Ντέι Λιούις εμφανίστηκε στην ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Θα χυθεί αίμα». Κέρδισε το βραβείο BAFTA, Χρυσή Σφαίρα και Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου (2008) για το ρόλο του στην ταινία. Το 2010 πρωταγωνίστησε στην  ταινία Nine δίπλα στο πλευρό της Νικόλ Κίντμαν, της Μαριόν Κοτιγιάρ, της Πενέλοπε Κρουζ και της Σοφία Λόρεν, ενώ κέρδισε το τρίτο του Όσκαρ το 2012, υποδυόμενος τον πρόεδρο της Αμερικής Αβραάμ Λίνκολν, στην ομώνυμη ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s