Καταγράφοντας την “αυτοαφηγούμενη” Άννα Συνοδινού

Στις 7 Ιανουαρίου του 2016, η οικογένεια του ελληνικού πολιτισμού κατέγραψε μια ακόμα μεγάλη της απώλεια, την πρώτη της καινούριας χρονιάς. Η Ελληνίδα ηθοποιός και πολιτικός Άννα Συνοδινού έχασε τη μάχη της με τη ζωή, σε ηλικία 89 ετών.

Ovi_greece_033bΜε καταγωγή από την Αμοργό, ο πατέρας της, σε ηλικία 14 μόλις ετών, εγκατέλειψε το νησί του κρυφά από την οικογένεια, κρυμμένος στο αμπάρι ενός καραβιού της άγονης γραμμής, για να αναζητήσει το μέλλον του στην Αθήνα. Μη έχοντας κανέναν συγγενή ή γνωστό και προκειμένου να εξασφαλίσει τροφή και διαμονή, εργάστηκε στους σιδηροδρόμους και κοιμόταν για καιρό μέσα σε ένα βαγκόν-λι. Αργότερα, σπούδασε μηχανικός και γνωρίστηκε με την ιταλικής καταγωγής μητέρα της Άννας, με την οποία δημιούργησε μια υπέροχη οικογένεια. Η πολυπληθής οικογένεια αναζητούσε επαγγελματικές ευκαιρίες οπουδήποτε μπορούσε να συντηρήσει τα οκτώ παιδιά της, εκ των οποίων η Άννα ήταν η μικρότερη. Αρχικά έζησαν για ένα διάστημα στην Τήνο και αργότερα στο Λουτράκι, όπου και γεννήθηκε η Άννα, στις 21 Νοεμβρίου του 1927. Εκεί, ο πατέρας της είχε αναλάβει τη διεύθυνση ενός τοπικού ξενοδοχείου και, όπως η ίδια αφηγείται, έζησαν “πολύ αρχοντικά”, καθώς ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες που δεν υπήρχε τουρισμός στην περιοχή, η οικογένεια χρησιμοποιούσε έναν ολόκληρο όροφο για τις ανάγκες της. Μάρτιο του 1928, ο μεγάλος σεισμός των Ισθμίων ανάγκασε την οικογένεια να εγκαταλείψει το Λουτράκι και να μεταφερθεί στην Αθήνα. Η ίδια, μιλώντας για τους γονείς και τα αδέρφια της, αναφέρει “οι γονείς μας, μας έδειξαν τον σωστό δρόμο των αξιών και μας έμαθαν πόσο στοιχίζει ο συμβιβασμός και πόσο κοστίζει η υπηρεσία στις αξίες και την αξιοπρέπεια. Ευτυχώς, εμείς είχαμε πολλά πλούτη ανατροφής και έτσι είχαμε πάντα να πληρώνουμε”. Κι αν το καλοσκεφθεί κανείς, μέσα από τη συγκεκριμένη φράση, ερμηνεύονται πολλά από εκείνα που το ευρύ κοινό δεν γνώριζε γι αυτήν τη σοβαρή, γοητευτική και κυρίως, αξιοπρεπή παρουσία του ελληνικού θεάτρου.

Το έτος 1939, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, βρήκε την Άννα Συνοδινού στον Οδηγισμό, ως υπεύθυνη των συσσιτίων. Στη λήξη του πολέμου, το 1945, μέσω ανακοίνωσης από εφημερίδα ενημερώθηκε ότι η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου δεχόταν αιτήσεις για φοίτηση, όπου και συμμετείχε μπροστά σε μια εκλεκτή επιτροπή αποτελούμενη από τους Κοτοπούλη, Ροντήρη, Τερζάκη, Μελά και άλλους επώνυμους. Στην εξεταστική διαδικασία συμμετείχε με ένα απόσπασμα από το ποίημα “Πραματευτής” του Γρυπάρη κι άλλο ένα, από την “Ηλέκτρα” του Σοφοκλή. Παρά το γεγονός ότι τότε δεν εντυπωσίασε ιδιαίτερα την επιτροπή, την κράτησαν στη Σχολή, σχεδόν δοκιμαστικά. Αργότερα, συμμετείχε στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, αρχικά με δευτερεύοντες ρόλους, οπότε και, κατά τον δεύτερο χρόνο, κέρδισε το έπαθλο Κοτοπούλη. Μετά από αυτό, ανέλαβε τον πρώτο της σημαντικό ρόλο ως Ηλέκτρα στην Ορέστεια του Αισχύλου. Η σταδιοδρομία της στην Αρχαία Τραγωδία, άρχισε ουσιαστικά από το 1955 δίπλα στην Κατίνα Παξινού, που την προέτρεπε να εξειδικευθεί στο συγκεκριμένο θεατρικό είδος. Η ίδια η Συνοδινού, μιλώντας για την Αρχαία Τραγωδία, θεωρεί ότι είναι το είδος εκείνο του θεάτρου που “κινητοποιεί όλο σου το είναι”, μέσω των δύσκολων τεχνικών και των ασκήσεων φωνής και διαφράγματος. Παρά το γεγονός, ότι μελέτησε όλο το κλασσικό διεθνές δραματολόγιο, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις ηρωίδες της ελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας, καθώς θεωρεί ότι στις προσωπικότητές τους συμπυκνώνεται η αρχή αλλά και η πορεία ολόκληρου του ελληνισμού και πιστεύει ακράδαντα, στην αναγκαιότητα της επιστροφής του στην πνευματική ζωή.

Ovi_greece_033aΜετά από χρόνια πορεία στο Θέατρο του Εθνικού Κήπου, όπου υπήρξε και ένα από τα ιδρυτικά του μέλη και υπέρμαχη της ιδέας, ότι το Αρχαίο Θέατρο πρέπει να υπάρξει και εκτός των τειχών του Εθνικού, μαζί με τον σύζυγό της Γιώργο Μαρινάκη επεξεργάσθηκαν την ιδέα δημιουργίας του Θεάτρου του Λυκαβηττού. Με σεβασμό πάντα προς τις αξίες και τις αρχές του Εθνικού Θεάτρου, ανέλαβαν μια σοβαρότατη έρευνα, προκειμένου αρχικά να πληροφορηθούν ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς που σχετίζεται με τον συγκεκριμένο χώρο. Πληροφορούμενοι, λοιπόν, ότι πρόκειται περί ιδιοκτησίας της Μονής Πετράκη, προσέγγισαν τον τότε φιλότεχνο Ηγούμενο, με μία απολύτως ολοκληρωμένη και μελετημένη σε κάθε της λεπτομέρεια πρόταση, ο οποίος και τους τον παραχώρησε. Και έτσι, το Θέατρο του Λυκαβηττού έγινε πραγματικότητα μέσα στη δεκαετία του ’60.

Παρενθετικά να σημειωθεί, ότι μιλώντας για τον σύντροφο της ζωής της, η Άννα Συνοδινού τονίζει, πως οι σχέσεις ζωής στηρίζονται στην απόλυτη ειλικρίνεια και στην κοινή ορμή – εκείνη που είναι ακόμα πιο ορμητική κι από την ορμή του έρωτα – για έναν κοινό αγώνα, όπως ήταν ο δικός τους σε σχέση με την προώθηση του ελληνικού πολιτισμού. Η μεταξύ τους φιλία, η έλλειψη μονοτονίας, η εκχώρηση μεγάλου μέρους του εαυτού του ενός προς τον άλλο οδηγούσαν σε όλη την κοινή τους πορεία στην απόλυτη συνείδηση για έναν κοινό αγώνα με επίκεντρο την Ελλάδα.

Το Θέατρο του Λυκαβηττού λειτούργησε κατά την 3ετία 1965 – 1967, οπότε και ανακόπηκαν τα μεγαλόπνοα σχέδιά του από τη Δικτατορία, όταν ζητήθηκε από την Άννα Συνοδινού να λογοκριθεί ο “Προμηθέας” του Αισχύλου. Η απάντηση της ίδιας ως προς αυτήν την απαίτηση ήταν… “οι αιώνες δεν λογόκριναν τον Αισχύλο, πώς να το κάνουμε εμείς;” Κατόπιν τούτου, το θέατρο έπαυσε τις παραστάσεις του και η ίδια εξορίστηκε, δηλώνοντας ότι θα ξαναπαίξει θέατρο, όταν θα επιτραπεί και πάλι η ελευθερία του λόγου, που ανακόπηκε βίαια από την στιγμή που “η πατρίδα της βρισκόταν υπό αναγκαστική κατάσταση”. Στις 12 Δεκεμβρίου του 1969, οι δηλώσεις της αυτές έγιναν ευρύτερα γνωστές, μέσω συνέντευξης που δόθηκε σε συνεργείο του BBC. Στα τέλη του ίδιου μήνα, παραμονές Χριστουγέννων, δικαστικός κλητήρας της παρέδωσε επίσημο κρατικό έγγραφο κατάσχεσης της περιουσίας του θεάτρου, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των κοστουμιών. Με το τέλος της Δικτατορίας, η Συνοδινού εκλήθη από τον Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη, για να συμμετάσχει στο ψηφοδέλτιο της ΝΔ, οπότε και εμπλέχθηκε στην πολιτική, κρατώντας την ίδια μετριοπαθή και αξιοπρεπή στάση, που είχε και ως ηθοποιός. Ένα δυσάρεστο επεισόδιο που εκτυλίχθηκε στα έδρανα της Βουλής το 1990, την απομάκρυνε δια παντός από τον χώρο της πολιτικής και έναν χρόνο αργότερα, επέστρεψε στον πάντα αγαπημένο της χώρο του πολιτισμού.

Με θλίψη η ίδια σημείωσε, ότι οι νεότεροι Έλληνες αποστερήθηκαν το μεγαλείο του ελληνισμού και ότι δεν είναι πλέον σε θέση ούτε καν να συγκρίνουν τον πολιτισμό τους με άλλους πολιτισμούς, ώστε να γνωρίζουν τι τους αξίζει. Τόσο ως ηθοποιός, όσο και ως πολιτικός, σεβάστηκε την εκτίμηση του κοινού της και κοπίασε για την ανταπόδοση μιας αντίστοιχης εκτίμησης.

Εκτός από τον θεατρικό χώρο της Αρχαίας Τραγωδίας, η Άννα Συνοδινού συμμετείχε στις κινηματογραφικές παραγωγές “Θανασάκης ο πολιτευόμενος” (1954), “Δολάρια και όνειρα” (1956), “Ο άνθρωπος του τραίνου” (1958), “Ηλέκτρα ΙΙ” (1962), “Ο Λέων της Σπάρτης – The 300 Spartans” (1962). Έχει συγγράψει δύο βιβλία, τα: “Πρόσωπα και προσωπεία” (1998) και “Αίνος στους άξιους” (1999)

Από τη Λίλιαν Μπαντάνη

****************************************

Πηγή: Ντοκιμαντέρ της εκπομπής “Μονόγραμμα” της ΕΤ2, με τίτλο “Όταν το πρόσωπο συναντάει το προσωπείο: Η Άννα Συνοδινού αυτοαφηγούμενη”

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s