Ο θάνατος του Βιβλίου

Μακροσκελές το σημερινό, οπότε αν σκοπεύετε να το διαβάσετε πραγματικά, ακολουθείστε την προβλεπόμενη διαδικασία – καφεδιά, τσιγαράκι, ποδαράκια στην απέναντι καρέκλα και αρντάν.

Μερικές φορές, αυτό που χρειάζεσαι –είναι όχι ταχύτητα όπως λέει σε ένα καρτούν που βλέπει ο γιος μου, δεν είναι ένα χόμπι ή ένα ανελέητο σόπινγκ για να στανιάρεις, αλλά μια ξεγυρισμένη ανάποδη στο σβέρκο. Αυτό που χρειάζεται μερικές φορές, είναι ένα καλό μπινελίκι. Από τη στιγμή μάλιστα που αποδέκτης είναι ένα άψυχο αντικείμενο, ένα βιβλίο, μπορείς να κατεβάζεις αγίους, εξαπτέρυγα και μανουάλια, και το πολύ πολύ να πληγώσεις τους fiction characters. Κλάιν μάιν φροϊλάιν δηλαδή.

Ναι, είναι ο κόπος και ο χρόνος κάποιου. Ναι, μπορεί να είναι κάτι που σε μας δεν αρέσει, σε άλλους αρέσει. Ναι. Αλλά ξέρετε κάτι ρε γαμώτο; Κανείς δεν μπορεί να μου πει αν το βιβλίο που διάβασα ήταν τελικά καλό ή όχι. Κανείς! Παρά μόνο εγώ η ίδια. Και κανείς δεν μπορεί να με ψήσει να διαβάσω κάτι, αν αυτό το κάτι δε μου λέει …κάτι, όπως και κανείς δεν μπορεί να με αποτρέψει από το να διαβάσω ένα βιβλίο, όταν το έχω αποφασίσει.

Η αισθητική είναι ένα θέμα εντελώς προσωπικό κι από κει κι έπειτα οδηγός επιτυχίας είναι το τι θέλει να πει ο ποιητής κάθε φορά και να το λέει -κάθε φορά και πιο καλά. Τι γίνεται με το βιβλίο στην Ελλάδα;

Μου τη δίνει όταν ακούω συγγραφείς να αποκαλούν τα βιβλία τους «παιδιά» τους. Το σίγουρο είναι ή ότι δεν έχουν παιδιά, ή ότι αν έχουν δε θα έπρεπε να είχαν. Έχω παιδιά, φτιαγμένα από φλες εντ μπλαντ, τα οποία για βγουν από κει μέσα διπλασιάστηκα σε όγκο, ξαπλώθηκα δυο φορές σα σφάγιο στον ανοξείδωτο πάγκο και με κόψανε και ράψανε οι χασάπακλες, παιδιά που κλαίνε, γελάνε, τις περισσότερες φορές τσιρίζουν, τα ξεσκατώνω, τους βγάζω τη μύξα με την πιπέτα, τα μπανιαρίζω, τα κουνάω να κοιμηθούν, τα ταϊζω, απαντάω στις αδιανόητες απορίες τους μισό εκατομμύριο φορές τη μέρα και περιορίζω τα ενδιαφέροντά μου στο Σνούπι, τις πάνες και το φιδάκι, παιδιά τα οποία αγαπώ κι ενίοτε θέλω να στραγγαλίσω, παιδιά που με αγαπούν και ενίοτε μισούν, παιδιά για τα οποία κυκλοφορώ, οπλοφορώ, σκοτώνω κι αδιαφορώ για τις συνέπειες.

Χέστηκα πατόκορφα για τα υπόλοιπα άψυχα δημιουργήματά μου. Κι ας δούλεψα, ξενύχτησα, ξεστραβώθηκα για να τα φτιάξω. Κι ας είναι κι αυτά φτιαγμένα από μένα, κι ας έχουν κάτι δικό μου μέσα τους πάνω τους. Δεν μπαίνουν όλα στο ίδιο σακί. Πάμε παρακάτω. Τι γίνεται με το βιβλίο στην Ελλάδα;;

Το βιβλίο στην Ελλάδα πεθαίνει και μαζί του πεθαίνουν κομμάτια δικά μας- κομμάτια που έχουμε μέσα μας αλλά μάλλον δε θα καταφέρουμε να γνωρίσουμε και να καλλιεργήσουμε ποτέ. Οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι έχουν καταντήσει μόνο οίκοι και μόνο κόκκινο λαμπιόνι τους λείπει απ έξω. Συστηματικά προωθούνται βιβλία άχρηστα, και δε μιλάω για τα ελαφρολαϊκά και το ξέρετε. Μιλάω για δημιουργίες ατόμων που σε καμία περίπτωση δεν είναι συγγραφείς, γραφιάδες ναι, συγγραφείς όχι.

Ovi_Greece_0006

Το να γράψεις ένα βιβλίο είναι ένα μικρό κατόρθωμα από μόνο του, αλλά συγγραφέας ρε γαμώτο δε σε κάνει ούτε το ένα, ούτε τα δέκα βιβλία. Ο συγγραφέας δε γράφει για να αρέσει, δε γράφει για να πουλήσει, δε γράφει για να ζήσει από αυτό – αν και οι πραγματικοί συγγραφείς θα έπρεπε να μπορούν να ζήσουν από αυτό, δεν επιζητά τα λάικς στα σόσιαλ μίντια, δεν ψάχνεται για εκπομπές στη Μενεγάκη, δεν επαναλαμβάνεται διυλίζοντας τον κώνωπα και υπεραναλύοντας με το μικροσκόπιο τον πολυέλαιο για να γεμίσει σελίδες κάνοντας τα τέτοια μας ζαρντινιέρες, δεν αναμασά την ίδια τσίχλα γράφοντας το ίδιο ακριβώς βιβλίο που έχουν γράψει άλλοι άπειρες φορές αλλά με άλλα λόγια, ο συγγραφέας δεν είναι ένας διάττοντας αστέρας, δεν είναι τίποτα από όλα αυτά.

Ο συγγραφέας γράφει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς γιατί πονάει. Και πονάει πολύ, με όλα όσα βλέπει γύρω του, για όλα όσα συμβαίνουν, σημαντικά κι ασήμαντα και πράγματα που άλλους δεν αγγίζουν. Ο συγγραφέας είναι μοναχικός και μόνος, αγαπάει τη ζωή και πάνω από όλα αγαπάει τον άνθρωπο. Ο συγγραφέας γράφει γιατί δεν ξέρει τι άλλο να κάνει με τον πόνο μέσα του και δεν παύει ποτέ να πονά, παρά χαίρεται με τις μικρές χαρές που περνάν και χάνονται.

Κι αυτά που γράφει γίνονται βιβλία που άλλοτε αρέσουν κι άλλοτε όχι, αρέσουν σε πολλούς ή λίγους, κάνουν πιο ευχάριστη τη διαδρομή στο λεωφορείο, μας χαλαρώνουν στη θάλασσα, μας κάνουν να γελάμε, ή απλά κάνουν το μυαλό μας να ξεφεύγει από τα προβλήματα. Μας ζεσταίνουν τις κρύες νύχτες του χειμώνα, κάνουν τις ώρες να περνούν πιο ανθρώπινα στις ατέλειωτες ουρές, απαλύνουν τον πόνο μας, ή μερικές φορές απλά σαν καλοί φίλοι μας κάνουν παρέα.

Αλλά υπάρχουν και κάτι άλλα βιβλία… τα Βιβλία. Αυτά που μιλάνε αλλιώς και αλλού. Μιλάνε σε κάποιο κομμάτι μας, στο οποίο πολλές φορές ούτε εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να μιλήσουμε, γιατί δεν ξέρουμε πώς.

Είναι κάτι Βιβλία, φωνές στις σιωπές και φως στα σκοτάδια. Είναι κάτι Βιβλία, που γράφτηκαν πριν πολλά πολλά χρόνια, κι όμως κάθε φορά, η φωνή τους μιλάει σε μας σαν είναι εδώ, στο σήμερα. Κι έχουν μιλήσει σε άλλους, παλιά, που δεν γνωρίσαμε ποτέ. Κι υπάρχουν και βιβλία που δεν το ξέρουν ακόμα πως είναι αληθινά Βιβλία, που δεν ξέρουν ακόμα ότι θα μιλάνε όταν κι εμείς θα έχουμε φύγει, όταν τα παιδιά μας θα είναι σαν κι εμάς και θα μιλούν σε κείνα. Κι έτσι υπάρχουν άνθρωποι που από τα λόγια αυτά, καταφέρνουν να βρουν λίγο φως μες το σκοτάδι τους, καταφέρνουν να ακούσουν τις φωνές τους μες τη Σιωπή και καταφέρνουν, κάπως, με το δικό τους τρόπο να το μοιράσουν γύρω τους.

Τότε ο συγγραφέας γίνεται Συγγραφέας και ο άνθρωπος αρχίζει και φωτίζει ξανά τον κόσμο.

Έτσι αλλάζει ο κόσμος.

Αυτό που έχω διαπιστώσει με το δικό μου φτωχό μυαλό είναι ότι η εσωτερική εξέλιξη του ανθρώπου -που προφανώς θα οδηγήσει και στην εξωτερική- ακολουθεί μια διαδικασία που δυστυχώς ή ευτυχώς πρέπει να τηρήσει συγκεκριμένη σειρά: Ο άνθρωπος μαθαίνει πρώτα να αισθάνεται, μετά να διαβάζει, ύστερα μαθαίνει να σκέφτεται κι έτσι μπορεί να γράψει, για να μπορέσει στο τέλος …να μιλήσει.

Για να μπορέσει να ακουστεί. Για να μπορέσει να ακούσει ο ίδιος τη φωνή του και για να την ακούσουν και οι άλλοι.

Και με το διάβασμα και γράψιμο δεν εννοώ την ανάγνωση και τη γραφή.

Το βιβλίο στην Ελλάδα πεθαίνει λίγο λίγο και μέρα με τη μέρα και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τις μειώσεις στις πωλήσεις, κι αν το μετρήσουμε με πωλήσεις οι μόνοι που επωφελούνται πραγματικά είναι οι νταβατζήδες μεγαλοεκδοτικοί. Τα βιβλιοπωλεία και οι Συγγραφείς παραμένουν απλά οι ιδεαλιστές της ιστορίας. Κι εμείς? Εμείς κενοί και παραμελημένοι. Μουγκοί.

Δεν υπάρχουν βιβλία επιπέδου. Υπάρχουν Βιβλία και υπάρχει και κωλόχαρτο με εξώφυλλο, περίληψη και πολλά γυαλιστερά φύλλα για ανατομικό σκούπισμα. Το επίπεδο αφορά μόνο τον αναγνώστη και ανεβαίνει όταν εμείς οι ίδιοι ζητάμε το κάτι παραπάνω. Όταν κλείνουμε κύκλους βιβλίων και περνάμε σε επόμενο βήμα. Όταν δεν ευχαριστιόμαστε πια αυτό που διαβάζουμε. Γιατί ότι ήταν να πει το είπε κι εμείς πια μέσα μας νιώθουμε ένα κενό που πρέπει να γεμίσουμε κι έτσι ψάχνουμε το κάτι παραπάνω.

Δεν υπάρχουν συγγραφείς επιπέδου. Υπάρχουν Συγγραφείς, συγγραφείς και …γραφιάδες.

Το κάθε έργο αντικατοπτρίζει και το δημιουργό του και ο δημιουργός αυτό που θα πρέπει να παίρνει προσωπικά είναι το κομμάτι που αφορά τη βελτίωση τη δική του και την απήχησή του σε μας, αν και υπάρχουν περιπτώσεις που ο δημιουργός θα πρέπει να το πάρει πολύ προσωπικά το θέμα και να μας απαλλάξει από την παρουσία του, αφήνοντάς μας και λίγη φαιά ουσία να τη διοχετεύσουμε σε πράγματα πιο σημαντικά.

Αυτοί που γράφουν 10- 15 βιβλία το χρόνο και μετράνε λέξεις και σελίδες και ανεβάζουν αποσπάσματα στα σόσιαλ μίντια κυνηγώντας τα λάικς, ενώ ταυτόχρονα φοτοσοπάρουν τη μάπα τους και φωτογραφίζονται με τη μεγαλομανία του Μίδα στα νησιά των πιστωτικών καρτών, ξεχνώντας πως ο Μίδας έβγαλε αυτιά γαϊδάρου στο τέλος κι ο χρυσός του αποδείχτηκε πως από την αρχή ήταν ένας σωρός από σκατά, δεν είναι Συγγραφείς. Είναι απλοί γραφιάδες.

Υπάρχουν άτομα που νομίζουν ότι είναι συγγραφείς, γιατί το κύκλωμα πλουτισμού των νταβάδων έχει πλασάρει ως συγγραφείς, και που με τη συστηματική κι απαράδεκτη πλύση εγκεφάλου έχουμε αναγνωρίσει ΕΜΕΙΣ, στην πράξη, ως συγγραφείς.

Όμως αυτά που μας πουλάνε αυτοί δεν είναι Βιβλία. Είναι αναλώσιμα προϊόντα μαζικής παραγωγής με ημερομηνία λήξης ακριβώς τη στιγμή της απομάκρυνσής μας από το ταμείο.

Πολυδιαφημισμένα, ακριβά, φανταχτερά και άχρηστα.

Και η απόλυτη αισχροκέρδεια του κυκλώματος αυτού φαίνεται και με την εισαγωγή στην ελληνική αγορά του ηλεκτρονικού βιβλίου. Η Μέκκα των εκδοτικών. Σαν τις κρεατόμαζες που παράγουν chicken nuggets και μπιφτέκια χωρίς να εκτρέφει κανείς ένα ζώο.

Αέρας κοπανιστός με κόστος αγοράς -10%-15% από το έντυπο. Το έντυπο που αποτελεί πληγή και είδος πολυτελείας με τιμή απλησίαστη στην Ελλάδα των μνημονίων, αλλά που παρόλα αυτά μπορείς να το αγγίξεις, να το σημειώσεις, να το αφιερώσεις, να το χαρίσεις, να το δώσεις στα παιδιά σου ή στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς. Και να σας πω και το άλλο; Όλοι όσοι αγαπούν το καλό βιβλίο, όλοι όσοι αγαπούν το Βιβλίο, θα κόψουν από κει που δεν κόβεται πια άλλο και θα το αγοράσουν και στην έντυπή του μορφή. Την αληθινή. Γιατί το έχουν ανάγκη. Γιατί το νιώθουν κάτι σαν… μικρή περιουσία. Κληρονομιά.

Το Βιβλίο πεθαίνει στην Ελλάδα γιατί το καλό κι αληθινό βιβλίο χαντακώνεται στα τελευταία ράφια των βιβλιοπωλείων και αποτελούν χάσιμο γιατί στο τέλος θα γίνουν στοκ που θα καταλήξουν χαρτοπολτός στην ανακύκλωση. Δε χαρίζονται καν σε βιβλιοθήκες ή σχολεία ή πολιτιστικά κέντρα ή οτιδήποτε, γίνονται λίπασμα. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα, άλλη πληγή.

Το Βιβλίο πεθαίνει στην Ελλάδα, γιατί αν δε βγει από το πρωινάδικο, αν δε φωτογραφηθεί στη σπιταρόνα στη Μύκονο, αν δεν έχει προκαλέσει κάπως, κάπου, κάποιο κουτσομπολιό, αν δεν πει την ηλιθιότητα στο διαδίκτυο, κανείς από τα κεφάλια δεν μπαίνει στον κόπο καν να ασχοληθεί. Προωθείται το εφήμερο, ανούσιο και άχρηστο τούβλο μιας και τα περισσότερα καλά βιβλία λένε λίγα πράγματα και αρκετά για σκέφτεσαι δυο ζωές, και το λίγο στις σελίδες δε δικαιολογεί και το εικοσαρικάκι. Οι καινούργιες φωνές, οι καινούργιες πένες, αποτελούν την παραφωνία στην …παραφωνία τους. Και δεν τους ακούει κανείς. Μόνο εμείς μπορούμε να ακούσουμε. Αν θέλουμε.

Πεθαίνει το βιβλίο στην Ελλάδα γιατί οι καινούργιοι βιβλιοπώλες δεν ξέρουν τι πουλάνε πια και δεν ξέρουν από Βιβλία να σου προτείνουν, δεν ξέρουν από βιβλία, κλείσανε όλα τα Μεγάλα βιβλιοπωλεία και χάθηκαν Βιβλία και αστείρευτες γνώσεις των παλιών, γιατί κανείς από τους από πάνω δεν ενδιαφέρεται για τα Βιβλία αλλά για τα αναλώσιμα, πεθαίνει γιατί κι εμείς αργοπεθαίνουμε και έχουμε χάσει την ουσία μας τόσο που δεν αντέχουμε πια να τη βρούμε στα βιβλία.

Το Βιβλίο πεθαίνει. Γιατί συνηθίσαμε να μας λένε οι άλλοι τι να διαβάσουμε. Είναι πιο εύκολο, πιο βολικό. Είναι ένας μπελάς …λιγότερο. Κάτι λιγότερο για το οποίο πρέπει να αποφασίσουμε μόνοι μας. Και το κακό ξέρετε ποιο είναι; Ότι τώρα τελευταία, όλο και για λιγότερα πράγματα αποφασίζουμε μόνοι μας, με τη δική μας κρίση. Τα περισσότερα μας τα λένε οι διαφημίσεις και οι αφίσες. Το γιατί είναι θέμα για άλλη συζήτηση… Και δεν έχει να κάνει με τη νοημοσύνη μας, όχι.

Έχει να κάνει με τη γενικότερη κατάσταση της Ελλάδας, με ένα πρόβλημα που έχει ξεφύγει πια από το μέγεθος που μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μόνοι, δεν είναι πρόβλημα της γειτονιάς, δεν είναι πρόβλημα του Δήμου μας, δεν είναι μια έλλειψη στο σχολείο μας, είναι προβλήματα κι ελλείψεις σε όλες τις γειτονιές της χώρας, σε όλους τους Δήμους και σε όλα τα σχολεία, νοσοκομεία και πάει λέγοντας, που μόνο ΜΑΖΙ πια μπορούμε να αντιμετωπίσουμε.

Δεν αποφασίζουμε πια για μας, όχι μόνο γιατί ο καθημερινός μας αγώνας αφορά μόνο την επιβίωσή μας και δε μας μένουν δυνάμεις/όρεξη/μυαλό για κάτι άλλο, αλλά και γιατί δεν μπορούμε να αποφασίσουμε πια για μας. Τελειώσανε οι επιλογές μας.

Τελειώσανε στ’ αλήθεια όμως; Όλες; Όμως αυτό είπαμε, είναι θέμα για άλλη συζήτηση.

Αλλά η αγορά δε διαμορφώνεται από το σύστημα.

Το όποιο σύστημα μπορεί μόνο να προπαγανδίσει, κι ύστερα να …ελπίζει ότι θα πιάσει. Οι λόγοι και οι σκοποί είναι επίσης άλλο θέμα. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε κάτι ουσιώδες: Η αγορά διαμορφώνεται αποκλειστικά και μόνο από τον καταναλωτή. Και καταναλωτές είμαστε εμείς. Εάν εμείς πάψουμε να πληρώνουμε ένα ολόκληρο μεροκάματο για ένα άχρηστο βιβλίο και αρνηθούμε να πιαστούμε στα δίχτυα της αισχροκέρδειας, αν αναζητήσουμε τα Βιβλία των Συγγραφέων κι όχι τα αναλώσιμα των γραφιάδων, αν θέλουμε να ακούσουμε κι άλλες φωνές… τότε η αγορά έχει δύο επιλογές:

Ή να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις μας, ή να καταρρεύσει.

Κι επειδή η κατάρρευση it’s not an option, θα αναγκαστεί να συμμορφωθεί και να αλλάξει τακτική. Όχι πουλάω φύκια και πίπες για μεταξωτές κορδέλες. Όχι σου ράβω τα ρούχα του βασιλιά για να βγεις γυμνός στους δρόμους. Κι αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς της αγοράς.

*Για να γίνει κάτι πιο… πουληστερό (γκρικ τιβι I love Καρδίτσα ρε) όπως ειπώθηκε από κάποιο σαϊνι των καναλιών, πρέπει πρώτα να γίνει πιο ζητηστερό, που σημαίνει ότι εμείς θα το κάνουμε αγοραστερό, αλλά για γίνει αγοραστερό, προϋποθέτει να είναι και ΔΙΑΒΑΣΤΕΡΟ το φελέκι μου.

Και θα το κλείσω εδώ γιατί με κάτι τέτοια θα ξαναρχίσω τις κλοτσοπατινάδες και τα ξισταύρια και μου τέλειωσαν τα υπογλώσσια.

Από την Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο θάνατος του Βιβλίου

  1. Δυστηχώς πάψαμε να κρίνουμε τα βιβλία για το περιεχόμενό των και τους συγγραφείς για το έργο των. Έχουμε πέσει θύματα του marketing, που μας φυτεύει στο μυαλό τους πράσινους και μπλε κόκκους των απορρυπαντικών και προχωρεί στην κατασκευή «συγγραφέων» εφήμερων, που όταν τελειώσεις τα «πονήματά» των αισθάνεσαι ότι δεν διάβασες, δεν σου έχει μείνει. Ξεκινάς το επόμενο αλλά έχεις ήδη ξεχάσει τι έλεγε το προηγούμενο. Όπως και τόσα άλλα κομμάτια της ζωής μας αφήσαμε και τα βιβλία, σε ανθρώπους απαίδευτους χωρίς αξίες να μας καταδυναστεύουν. Πρέπει να ψάξεις πέρα από τις διαφημήσεις, πέρα από τα like, πέρα από τις καθοδηγούμενες κριτικές για να βρεις τα αξιόλογα βιβλία, και ευτύχως υπάρχουν ακόμη κάποια που θα σου προσφέρουν την ευχαρίστηση εκείνη που πρέπει.

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s